Ένα κράτος δύο κοινότητες

«Τα κράτη δημιουργούνται μέσα από τον πόλεμο» (Tilly, 1992)

Κατά τα πρώτα στάδια της δημιουργίας ενός κράτους, διανύεται μία περίοδος η οποία ονομάζεται περίοδος «διαρθρωτικής ρευστότητας». Το χαρακτηριστικό αυτό της ρευστότητας, επηρεάζει όλες τις δομές του υπό-δημιουργία κράτους έως ότου εδραιωθεί η κοινωνική ειρήνη.

Στην έκδοση του Υπουργείου Αμύνης «Εθνική Φρουρά και Ιστορία» (τευχ. 35, Ιαν.-Ιουν.2015), αναφέρεται ότι η διαρθρωτική ρευστότητα «αποτελεί την αδυναμία άσκησης εξουσίας από την κεντρική διοίκηση, ακανόνιστη ιεραρχία, εκτεταμένη διαφθορά, αναποτελεσματικό ή ανεπαρκή πολιτικό έλεγχο στοιχείων εντός των δυνάμεων ασφάλειας και άμυνας, εμφιλοχώρηση πολιτικών σκοπιμοτήτων σε κρατικές και κυβερνητικές αποφάσεις, ανταγωνισμοί μεταξύ ηγετικών πολιτικών προσωπικοτήτων, εκτεταμένη κοινωνική δυσαρέσκεια και ανησυχία, πολλές φορές στα πρόθυρα αναταραχής, ανεξέλεγκτα φαινόμενα αυτοδικίας, και τέλος ύπαρξη «ελλείμματος ασφάλειας».

Η Κύπρος στην περίοδο της «διαρθρωτικής ρευστότητας»

Εάν θέλει κανείς να κατανοήσει καλύτερα την έννοια της «διαρθρωτικής ρευστότητας» συγκρίνοντας με ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα, το Ιράκ φαίνεται να αποτελεί την πιο καλή εκδοχή. Οι διαρκείς αναταραχές, οι ένοπλες συγκρούσεις των κοινοτήτων και η γενικότερη αστάθεια του γεωστρατηγικού τοπίου της περιοχής, δημιουργούν την εικόνα ενός κράτους εντός του οποίου δεν έχει εμπεδωθεί ένα απαιτούμενο ποσοστό απαραίτητης κοινωνικής ειρήνης εντός του.

Επιστρέφοντας στο παρελθόν, η Κυπριακή Δημοκρατία του 1960 αποτελεί ένα νεοσύστατο κράτος, το οποίο επίσης παρουσιάζει έντονα χαρακτηριστικά διαρθρωτικής ρευστότητας. Μετά τις συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου, αλλεπάλληλες πολιτικές κρίσεις πλήττουν τη χώρα. Στην περίοδο αυτή, κρίσιμος ήταν ο ρόλος των προσώπων και κυρίως, των προσωπικών στρατηγικών, οι οποίες δεν επέτρεψαν τη δημιουργία μιας κοινής συνείδησης ως προς την προάσπιση ενός, επίσης κοινού, ονόματος. Η συνεχιζόμενη κρίση των θεσμών, επέτρεψε τις στρατηγικές πολιτικού προσηλυτισμού και από τις δύο πλευρές, οδηγώντας γρήγορα σε μία κατάσταση κατά την οποία τόσο οι Ελληνοκύπριοι, όσο και οι Τουρκοκύπριοι, ενώ θεωρητικά και τυπικά υπηρετούσαν υπό την ίδια Αρχή, παράλληλα ανήκαν και σε εκατέρωθεν μυστικές (παραστρατιωτικές συνήθως) οργανώσεις. Σε όλο αυτό το εκρηκτικό κλίμα, θα πρέπει να προστεθεί και η γενικότερη επικράτηση πλήρους αναξιοκρατίας στο δημόσιο τομέα. Μερικά από τα κριτήρια πρόσληψης, από την πλευρά των Ελληνοκυπρίων εμφανίζονταν να είναι η συμμετοχή στον αγώνα της ΕΟΚΑ και η υποστήριξη της Κυβέρνησης του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου (Παναγή, 2017: 41). Λογικό επακόλουθο όλων αυτών, ήταν η δημιουργία ενός έντονου αισθήματος ανασφάλειας αλλά και αμφισβήτησης των δημοκρατικών θεσμών και της νομιμότητας του ιδίου του κράτους.

Η νεοσύστατη κυπριακή δημοκρατία λοιπόν, χαρακτηρίζεται από ένα υπαρκτό «έλλειμμα ασφάλειας».


Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου

«Έλλειμμα ασφάλειας»: αποτελεί μια πολιτική και κοινωνική κατάσταση κρίσης. Ταυτόχρονα, ελλοχεύει κίνδυνος για πλήρη διατάραξη του κοινωνικού ιστού από ταραχές, εξεγέρσεις και πάσης φύσεως συγκρούσεις, ενώ οι θεσμοί Ασφάλειας και Άμυνας του Κράτους δεν μπορούν να εγγυηθούν για την αποτροπή των γεγονότων αυτών (Καούλλα, 2015: 36)

Χαρακτηριστικά του «ελλείμματος ασφαλείας»:

  • Υποαστυνόμευση ή υπεραστυνόμευση ή και τα δύο μαζί σε συγκεκριμένα πληθυσμιακά σύνολα. Μπορεί να εντοπίσει κανείς το χαρακτηριστικό αυτό, αν αναλογιστεί τη συμπεριφορά προς τους Τουρκοκυπριακούς θύλακες αλλά και την απομάκρυνση των Τουρκοκυπρίων από τις θέσεις τους στον κυβερνητικό μηχανισμό και στα σώματα ασφαλείας.
  • Η αξία της ανθρώπινης ζωής δεν τυγχάνει σεβασμού λόγω τακτικής χρήσης βίας. Οι συγκρούσεις ήταν συνεχείς, με αποτέλεσμα να διαπράττονται αποτρόπαια εγκλήματα και από τις δύο πλευρές (περισσότερες λεπτομέρειες στο: «Η Κύπρος της περιόδου 1963-1964 και πικρές αλήθειες»).
  • Σύσταση παραστρατιωτικών ομάδων που υποστηρίζουν ή αντιστρατεύονται την κυβέρνηση, φαινόμενα αυτοδικίας, κατάρρευση του δικαστικού συστήματος και αυθαίρετη απονομή δικαιοσύνης. Σαφής ύπαρξη διχοτομικών σχεδίων, έλεγχος και εξοπλισμός της ΤΜΤ.

Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά αλλά και οι ατέρμονες ενδο-κυπριακές συνομιλίες από το 1968 έως το 1974, όχι μόνο δεν επέτρεψαν την εμπέδωση ενός καθεστώτος κοινωνικής ειρήνης στο νησί αλλά αντιθέτως αποτέλεσαν αφορμή στην παρέμβαση του Τουρκικού στρατού και στη μακρά περίοδο κατοχής. Σε κάθε περίπτωση επίσης, θα πρέπει να μνημονευθεί και ο εξ’ αρχής ρόλος του καθεστώτος των δεσμευτικών εγγυήσεων άλλων χωρών, ο οποίος κατά τα φαινόμενα ήταν καθοριστικός (και μάλλον καταδικαστικός) για τη μελλοντική πορεία των πραγμάτων στην Κύπρο.  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *