Δύο κοινότητες δύο ερμηνείες

Αναμφίβολα, τα ιστορικά γεγονότα αλλά και οι συγκυρίες του παρελθόντος οι οποίες τα δημιούργησαν, έχουν αντίκτυπο στο παρόν. Οι αντιλήψεις για το τι αποτελεί ιστορική μνήμη, ποια είναι τα στοιχεία που τη συνθέτουν και πως αυτή ερμηνεύεται στο παρόν, σχετίζονται άμεσα με κρίσιμες διαδικασίες όπως αυτή της συγκρότησης εθνικής ταυτότητας, της μορφής που έχουν οι θεσμικές, ιδεολογικές και πολιτικές δομές του παρόντος αλλά και των κρίσιμων στρατηγικών αποφάσεων του μέλλοντος.

Το γεγονός

alphanews.live

Η Τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, αποτελεί ένα παρόμοιο ιστορικό γεγονός, το οποίο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, δεδομένου ότι δεν υπάρχει μόνο ως «ιστορική καταγραφή» αλλά και ως βιωματική εμπειρία καταγεγραμμένη στις μνήμες όσων έζησαν από κοντά τα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Πέρα όμως από το γεγονός αυτό, είναι σαφές ότι οι δύο Κοινότητες δεν ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εισβολής του 1974, ούτε ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο τα αίτια της επέμβασης του Τουρκικού στρατού στην Κύπρο.

Στην συλλογική μνήμη των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, τόσο η αφετηρία όσο και η ερμηνεία της σύγκρουσης διαφέρουν ριζικά. Για την Ελληνοκυπριακή κοινότητα αποτελεί ένα ισχυρά τραυματικό γεγονός, καταγεγραμμένο με ανεξίτηλο τρόπο στη συνολική αντίληψη περί εθνικής ταυτότητας. Για την Τουρκοκυπριακή κοινότητα, αποτελεί ένα λυτρωτικό γεγονός το οποίο τερμάτισε μια οδυνηρή περίοδο, η οποία είχε εκκινήσει από τις Δικοινοτικές Ταραχές του ’63-’64. 

Αυτή η διαφορετική αποτίμηση αλλά και ερμηνεία των γεγονότων του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος, εν πολλοίς αντανακλάται και στη διαφορετική στάση των δυο πλευρών στο θέμα των αγνοουμένων. Η Ελληνοκυπριακή πλευρά, καταγγέλλει με ξεκάθαρο τρόπο τον Τουρκικό στρατό για την εξαφάνιση ενός μεγάλου αριθμού Ελληνοκυπρίων κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους – ενώ ταυτόχρονα αδυνατεί να κηρύξει τα πρόσωπα αυτά ως νεκρά, με βάση το σκεπτικό ότι αγνοείται μεν η τύχη τους αλλά «ίσως να ζουν χωρίς να γνωρίζουν». Από το άλλο μέρος, η Τουρκοκυπριακή πλευρά ορίζει τους δικούς της αγνοουμένους ως νεκρούς, με υπαιτιότητα της Ελληνοκυπριακής πλευράς. 

Όσο όμως και αν το θέμα των αγνοουμένων, πυροδοτεί διαφορετικές αφηγήσεις και ερμηνείες από τις δύο Κοινότητες, υπάρχει ένα κοινό, κεντρικό σημείο που συνδέει αυτές τις διαφορετικές προσεγγίσεις: η άγνοια για την τύχη των δικών τους προσώπων. 

Η όλη κατάσταση πυροδοτεί μια σειρά ερωτημάτων, για τα οποία οι συγγενείς και οι οικογένειες των αγνοουμένων αναζητούν απαντήσεις:

  • «Τα αγνοούμενα πρόσωπα από Ελληνοκυπριακής πλευράς, είναι όντως νεκρά και αν ναι, που βρίσκονται θαμμένα;».
  • «Σε ποιο βαθμό ευθύνεται η Ελληνοκυπριακή πλευρά για τους Τουρκοκύπριους αγνοουμένους, οι οποίοι ήδη λογίζονται ως νεκροί από τους Τουρκοκυπρίους;»
  • «Οι Δικοινοτικές Ταραχές του ’63-’64, είναι επαρκές αίτιο, για να δικαιολογήσει την εισβολή του Τουρκικού στρατού  το 1974;»

Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητο να διατηρηθεί ψηλά το ενδιαφέρον και το ζήτημα των αγνοουμένων να αποτελέσει και πάλι θέμα προτεραιότητας για τη δημόσια πολιτική ατζέντα και των δύο Κοινοτήτων.

Ίσως με τον τρόπο αυτό ασκηθεί η ανάλογη πίεση, για να δοθούν στη δημοσιότητα υψηλά διαβαθμισμένα αρχεία και έγγραφα, τα οποία πιθανώς να είναι ικανά να δώσουν ολοκληρωμένες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα. Το ζήτημα των αγνοουμένων οφείλει να υπερβεί τα στενά, κοινοτικά όρια και να αντιμετωπισθεί με την (περισσότερο και από εθνική) πολιτισμική του διάσταση, δεδομένου ότι μιλάμε περίπου για μια γενιά ανθρώπων, η τύχη της οποίας αγνοείται – και μαζί και τα πρόσωπα που την αποτελούσαν. Μόνο με μια ειλικρινή διάθεση συνεργασίας και δημοσιοποίησης όλου του εμπιστευτικού υλικού, σε συνδυασμό με την αυθεντική βούληση των δύο πλευρών για έντιμο και αντικειμενικό διάλογο, μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος της μελλοντικής ειρηνικής συμβίωσης των δύο Κοινοτήτων στην Κύπρο.

2 σχόλια στο “Δύο κοινότητες δύο ερμηνείες”

  1. Ένα ενδιαφέρον άρθρο, για το πώς οι δύο κοινότητες της μοιρασμένης Κύπρου -Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι- έχουν το δικό τους αφήγημα σε ό,τι αφορά το θέμα των Αγνοουμένων. Ένα ζήτημα ανθρωπιστικό, μία ανοιχτή πληγή, 45 χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974. (Μία παρατήρηση σε σχέση με το περιεχόμενο: Με την προσθήκη πρόσθετων βιβλιογραφικών πηγών, η ανάλυση μπορεί να εμπλουτιστεί περαιτέρω).

    Η ιστορική αναδρομή δείχνει το «στίγμα» και τα διαφορετικά -για την κάθε κοινότητα ξεχωριστά- αίτια της εισβολής. Η Τουρκία, ουσιαστικά ‘αξιοποίησε’ τις δικοινωτικές διαφορές ως την αφορμή για την επέλασή της στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε ό,τι αφορά τους Αγνοούμενους, πάλι υπάρχουν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Σύμφωνα με την ιστορική βιβλιογραφία και τη σχετική ειδησεογραφία, η μεν Ελληνοκυπριακή πλευρά αναφέρεται στους αγνοούμενους της τουρκικής εισβολής του 1974, η δε Τουρκοκυπριακή πλευρά επικεντρώνεται στους αγνοούμενους της περιόδου 1963-67.

    Αυτό που προκύπτει αβίαστα από το άρθρο, είναι και η ίδια η ουσία του ζητήματος: κανείς δεν φαίνεται να μπορέσει να ξεχάσει. Η ανεύρεση λειψάνων και η ταφή των αγνοούμενων προσώπων δεν μπορεί να είναι το τέλος. Χρειάζονται απαντήσεις. Πειστικές απαντήσεις, για τα ακριβή γεγονότα.

    Τα ερωτήματα που τίθενται στο τέλος του άρθρου είναι σημαντικά. Και πράγματι, δεν μπορούν να μείνουν αναπάντητα. Ευθύνες, κατά την άποψή μου, έχουν και οι διεθνείς οργανισμοί (βλ. Ηνωμένα Έθνη, Ερυθρός Σταυρός), αλλά και οι δύο εμπλεκόμενες πλευρές: Τουρκία και Κύπρος. Δεν θα επικεντρωθούμε στο μέγεθος της ευθύνης εκάστου. Στο πλαίσιο, όμως, των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό ζήτημα, το θέμα των αγνοουμένων θα έπρεπε να είναι πολύ ψηλά στην ατζέντα.

  2. Συμφωνώ απόλυτα με την ερμηνεία του διαφορετικού τρόπου με τον οποίο οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι αντιλαμβάνονται τον πόλεμο, αλλά και πιο συγκεκριμένα το ζήτημα των αγνοούμενων. Επίσης, είναι πολύ σωστή η απόδοση αιτιότητας που εντοπίζεται στο κείμενο, ότι, δηλαδή, οι διαφορετικές αυτές αντιλήψεις για το κοινώς αποδεκτό γεγονός της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο οδήγησαν στη δημιουργία δύο διαφορετικών αφηγημάτων, αυτό της ελληνοκυπριακής πλευράς και εκείνο της τουρκοκυπριακής. Βέβαια, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αν είχε αναλυθεί και ο ρόλος των πολιτικών ηγεσιών στη δημιουργία αυτών των αφηγημάτων. Δηλαδή, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι στην ανάδυση των διαφορετικών αντιλήψεων των δύο πλευρών για τον πόλεμο και τους αγνοούμενους συνέβαλαν και οι πολιτικές σκοπιμότητες της κάθε πλευράς. Δηλαδή, η ανάγκη των εκάστοτε κυβερνήσεων να νομιμοποιήσουν μία αδιάλλακτη στάση στις διαπραγματεύσεις, αλλά και να κερδίσουν τη στήριξη της διεθνής κοινότητας. Τέλος, είναι πολύ εύστοχη η παρατήρηση ότι, παρά τις όποιες διαφορές στα κυρίαρχα αφηγήματα, ο ανθρώπινος πόνος και η ανάγκη ανάκτησης της αλήθειας, ώστε να έρθει ένα είδος λύτρωσης, είναι τα ίδια και στις δύο πλευρές. Το γεγονός αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μία από τα κάτω προς τα πάνω πίεση, με αποτέλεσμα την επίτευξη ενός ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου που θα εξετάσει κριτικά και αντικειμενικά το παρελθόν και που θα φέρει τις δύο κοινότητες πιο κοντά στην επίτευξη μίας κοινά αποδεκτής λύσης.

Γράψτε απάντηση στο Erato Ioanna Sarri Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *