Η συνέντευξη της Σοφίας Ιορδανίδου στα «Χανιώτικα νέα» με αφορμή την παρουσίαση του ντοκιμαντέρ «Ίχνη» στο Νεώριο Μόρο

Στα Χανιώτικα Νέα μίλησε με αφορμή την προβολή του ντοκιμαντέρ «Ίχνη» στα Χανιά και συγκεκριμένα στο Νεώριο Μότο (Ι.ΟΧ.) η Σοφία Ιορδανίδου, Αναπλ. Καθηγήτρια Επικοινωνίας και Νέας Δημοσιογραφίας του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου. Διαβάστε την ενδιαφέρουσα συνέντευξη που παραχώρησε η υπεύθυνη Έρευνας και Παραγωγής του ντοκιμαντέρ στην Ελένη Φουντουλάκη:

Στα χαμένα ίχνη των αγνοουμένων της Κύπρου από την τουρκική εισβολή του 1974, βρέθηκε η δημοσιογράφος και Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Επικοινωνίας & Νέας Δημοσιογραφίας του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου Σοφία Ιορδανίδου, η οποία κατέγραψε την έρευνα αυτή στο ντοκιμαντέρ “Ίχνη” που παρουσιάστηκε το βράδυ της Παρασκευής στα Χανιά, στο «Νεώριο Μόρο» ( Ι.ΟΧ.). Την προβολή οργάνωσε το Ανοιχτό Λαϊκό Πανεπιστήμιο σε συνεργασία με το Advanced Media Institute και την υποστήριξη του Συλλόγου Κυπρίων Χανίων και του Ιστιοπλοϊκού Ομίλου Χανίων.

Συγγενείς των αγνοουμένων, δημοσιογράφοι και επιστήμονες από την Κύπρο και το εξωτερικό επαναφέρουν και αναλύουν το ζήτημα των Αγνοουμένων. Δείχνουν ότι κανείς δεν είναι διατεθειμένος να ξεχάσει. Στην αφήγηση, παράλληλα με τους αγνοουμένους, αναδεικνύεται η περιπέτεια των αρχαίων και θρησκευτικών κειμηλίων που εκλάπησαν και φυγαδεύτηκαν ή πουλήθηκαν στο εξωτερικό με ευθύνη των κατοχικών δυνάμεων.

Το ντοκιμαντέρ έλαβε τη διάκριση “Special mention for documentary” στο London Greek Film Festival στις 18 Μαΐου 2019. Η παρουσίασή του στα Χανιά υπήρξε η αφορμή να μιλήσουμε με την κα Ιορδανίδου για το Κυπριακό, την έρευνα και τις προεκτάσεις του ζητήματος στο χθες και το σήμερα…

Πώς ξεκίνησε αυτό το δύσκολο ταξίδι της ιστορικής καταγραφής ενός ζητήματος που παραμένει ανοικτή πληγή στην Κύπρο; Ποιος ο σκοπός του;

Το 1998 είχα την ευκαιρία να πάρω συνέντευξη από τον πρώτο Τούρκο αξιωματικό του Ετζεβίτ, που μίλησε για την εισβολή στην Κύπρο, διότι μέχρι τότε είχαμε μαρτυρίες μόνο Κούρδων οι οποίες δεν θεωρήθηκαν ποτέ αξιόπιστες για πολλούς και διαφόρους λόγους. Το ‘98 λοιπόν έκανα συνέντευξη με τον Γιαλτσίν Κιουτσούκ, ο οποίος μου αποκάλυψε πολλά πράγματα και μου έδωσε και ένα μεγάλο μέρος του ημερολογίου του με σημειώσεις, ημερομηνίες, φωτογραφίες και αρχειακό υλικό. Τότε δούλευα στην τηλεόραση και αυτό το υλικό το χρησιμοποίησα τηλεοπτικά. Πολύ γρήγορα όμως έγινε βιβλίο, ο Γιαλτσίν Κιουτσούκ ήρθε στην Ελλάδα, στην Κύπρο, κάναμε αναπαραστάσεις, ομιλίες, έγινε πολύ σημαντική δουλειά και αφού γύρισε στην Τουρκία φυλακίστηκε για αρκετά χρόνια. Οπότε με το εναρκτήριο λάκτισμα που υπήρχε από το ‘98 και είκοσι χρόνια μετά με αφορμή την εμπειρία της Μαρίας Καρεφυλλίδου και την έρευνα που έκανε για τον (αγνοούμενο) αδελφό της επί 25 συναπτά έτη, με παρακίνησαν ώστε να οδηγηθώ στο ντοκιμαντέρ. Συνειδητοποίησα ότι τη δουλειά την έκανε περισσότερο ο συγγενής του αγνοούμενου παρά τα επίσημα όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τουρκοκυπριακής πλευράς. Οπότε αυτό ήταν το έναυσμα για να γίνει αυτό το ντοκιμαντέρ.

Έχετε Ποντιακή καταγωγή, τρίτης γενιάς; Υπήρξε το ζήτημα της γενοκτονίας των Ποντίων ένα παραπάνω κίνητρο που σας ευαισθητοποίησε προς αυτήν την κατεύθυνση;

Από το ντοκιμαντέρ προκύπτει μία φράση, από δικές μου εμπειρίες ότι η λήθη δεν μπορεί να αποτελεί τη λύση. Εφόσον βλέπουμε στο ντοκιμαντέρ ότι υπάρχει μια τάση, μια προτροπή προς τη λήθη, εγώ επικαλούμαι την ποντιακή μου καταγωγή (τρίτης γενιάς Ποντία) για να σας πω τη δική μου εκδοχή. Η πρώτη γενιά δεν μίλησε ποτέ για αυτό, αλλά ένα συνεχές δάκρυ ήταν το σήμα κατατεθέν. Το μόνο που θυμάμαι από τη γιαγιά μου είναι να πλέκει και να κλαίει […] Η γιαγιά μου έχασε τρία παιδιά στο δρόμο για την Ελλάδα, πώς να το ξεχάσει; […] Η δεύτερη γενιά, οι γονείς μας, προσπάθησαν να βοηθήσουν στην ενσωμάτωσή μας, να ενταχθούμε στο ελληνικό γίγνεσθαι, οπότε δεν μας μιλούσαν καν ποντιακά και φυσικά δεν αναφερόντουσαν ποτέ στην ποντιακή γενοκτονία. Ποτέ. Ακροθιγώς και χωρίς να μας εμποτίσουν με βλέψεις ή τάσεις να διεκδικήσουμε ή να κάνουμε το ο,τιδήποτε. Δεν λειτούργησε όμως. Εμείς της τρίτης γενιάς, βγήκαμε πολύ πιο δυναμικά προς τα έξω για αυτό το θέμα… Θεωρώ ότι όλη αυτή η ιστορία μετατρέπεται σε ενέργεια και μπαίνει μέσα στο DNA του ανθρώπου. Δεν ξεχνιούνται έτσι τα πράγματα. Διαιωνίζονται και δυστυχώς μαζί τους διαιωνίζεται και ο αρνητισμός με τη βία. Γιατί όταν ένα θέμα τόσο σημαντικό δεν το “ανοίγεις” στο τραπέζι, δεν κλείνει και με καλό τρόπο…. Τι θα πει καλός τρόπος; Δεν υπάρχει καλός τρόπος σε έναν πόλεμο, σε γενοκτονίες, σε δολοφονίες. Υπάρχει όμως ένα μετά… Αυτό μπορεί να είναι μια ανοικτή συζήτηση, ένα συγνώμη εκατέρωθεν, ένας απολογισμός του τι μπορεί να ήταν λάθος. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να καταλαγιάσει κάτι. Και σίγουρα μέσα σε αυτούς τους τρόπους συμπεριλαμβάνεται και η ανεύρεση, ταυτοποίηση και ταφή των αγνοουμένων με τον ορθό τρόπο. Εξ ου και το θέμα μας. Όταν συνεχίζει επί 45 χρόνια μια μεγάλη μερίδα Κυπρίων, συγγενών, αγνοουμένων να αγωνιά και να ζει μόνο με αυτήν τη σκέψη, αντιλαμβάνεστε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί λήξαν. […] Το ντοκιμαντέρ δεν αποσκοπεί να λύσει το Κυπριακό. Θέλει να αναδείξει τη σημαντική διάσταση του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που δυστυχώς δεν βλέπουμε να εφαρμόζονται.

Οι Κύπριοι με τι συναισθήματα υποδέχθηκαν το ντοκιμαντέρ; Θυμούνται, θέλουν να ξεχάσουν, ζητούν δικαίωση ή τιμωρία;

Ανάμεικτα θα έλεγα. Υπάρχουν τρεις κατηγορίες: Κάποιοι είναι φανατικά απέναντι σε αυτό που βλέπουν γιατί θεωρούν ότι δεν κατηγορείται αρκετά η Τουρκία ή γιατί το ντοκιμαντέρ δεν κάνει εκτεταμένη αναφορά στους αγνοούμενους κλπ. Υπάρχει αυτή η μερίδα που δεν θα ξεχάσει ποτέ και είναι αυτή που μαζί της θα διαιωνίζεται πάντα το συναίσθημα της προδοσίας. Υπάρχουν κάποιοι άλλοι που θεωρούν ότι γίνεται μια αντικειμενική δουλειά […] ενώ η τρίτη κατηγορία ακούει και είναι επιφυλακτική. Σε καμία περίπτωση όμως δεν υπάρχει άνθρωπος που ξεχνά.

•Για την Κρήτη, το Κυπριακό και ιδίως η υπόθεση του ‘74 φέρει ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό φορτίο. Υπάρχουν στο ντοκιμαντέρ αναφορές για αγνοούμενους Κρητικούς ή Έλληνες που πολέμησαν στη Κύπρο ή προσεγγίζετε το θέμα των αγνοουμένων σφαιρικά;

Το θέμα μας είναι η ανάδειξη περισσότερο της αδυναμίας (μη λειτουργίας) του Διεθνούς Δικαίου και του κατά πόσο μπορεί να προστατευθεί ένας λαός, μια χώρα από μια παράνομη εισβολή και κατοχή. Δεν εξειδικεύσαμε στο από πού είναι οι αγνοούμενοι, γι’ αυτό μιλάμε συνολικά για αγνοουμένους του ’74, αλλά κάνουμε αναφορές και σε αγνοούμενους του ‘63 και ‘64 που ήταν Τουρκοκύπριοι. Δεν είναι το επίκεντρό μας το από πού είναι οι αγνοούμενοι αλλά το τι συμβαίνει από την στιγμή που εγγράφονται «αγνοούμενοι».

•Διεθνείς ανθρωπιστικοί οργανισμοί όπως ο ΟΗΕ, ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός, κρατούν τα χαρτιά τους ερμητικά κλειστά, ενώ το Διεθνές Δικαστήριο θεωρεί λήξαν το ζήτημα. Μέσα από την έρευνά σας φτάσατε σε κάποια συμπεράσματα για τους λόγους προσπάθειας αποσιώπησης της υπόθεσης;

Η αλήθεια είναι ότι τόσο ο ΟΗΕ όσο και ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός, η Κυπριακή Δημοκρατία, η ελληνική κυβέρνηση, η τουρκική κυβέρνηση, για κάποιους λόγους που κανείς δεν μπορεί να τεκμηριώσει -προς το παρόν- κρατάνε μια απόσταση. Μια απόσταση με την έννοια, ότι δεν διεκδίκησαν έντονα, τουλάχιστον οι δικές μας πλευρές ή δεν διεκδίκησαν με τρόπο που θα μπορούσε να είναι αποτελεσματικός στο θέμα των αγνοουμένων. Ακόμη και στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, όπου θα μπορούσε προφανώς να τεθεί αυτό το ζήτημα ως προϋπόθεση, δεν έγινε. Άρα, υπάρχει μια αποστασιοποίηση από τη δική μας πλευρά, ενώ από την πλευρά της Τουρκίας υπάρχει πλήρης αποσιώπηση, αφού δεν πιέζονται και από κανέναν. Από πλευράς του ΟΗΕ και του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, κρατάνε κλειστά τα αρχεία τα οποία τουλάχιστον ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός είχε ανοίξει το ‘74 και ήταν άμεσα δημοσιοποιήσιμα. Όμως από ένα σημείο και μετά δεν είναι πια προσβάσιμα. Επίσης η Κυπριακή δημοκρατία θεώρησε για τόσα χρόνια τη λίστα των αγνοουμένων απόρρητη. Ασφαλή συμπεράσματα δεν μπορεί να βγάλει κανείς, γιατί δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία. Όμως ενστικτωδώς λέμε ότι, εάν ανοίξει περαιτέρω το θέμα των αγνοουμένων, προφανώς θα φτάσουμε και σε λεπτομέρειες του πώς έγινε η εισβολή και ενδεχομένως στο πώς πρέπει να λυθεί το Κυπριακό, που από ό,τι φαίνεται δεν είναι και τόσο απλή υπόθεση.

Λήθη, μνήμη, ταυτότητα, πώς συνδέονται αυτές οι έννοιες μέσα από το ντοκιμαντέρ σας;

Ακριβώς μέσω μιας παράνομης εισβολής, μιας πολεμικής σύγκρουσης, ο στόχος είναι αυτός: να αφαιρεθούν, αν όχι να εξαφανιστούν, σημαντικά στοιχεία της μνήμης και της ταυτότητας του λαού. Μετά, προσπαθώντας να φέρουμε τη λήθη, έπονται και άλλες τέτοιες “θαυματουργές” πράξεις. Άρα συνδέονται αυτά.

•Πότε θα μπορεί το ευρύ κοινό να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο ντοκιμαντέρ μέσω του διαδικτύου ή της τηλεόρασης;

Μέσα στο 2019 θα κάνουμε κάποιες ακόμη περιοδείες, θα συμμετέχουμε σε διεθνή φεστιβάλ και στο Ευρωκοινοβούλιο από Σεπτέμβριο, έπειτα Ν. Υόρκη και μετά, προς το τέλος του 2019, το ντοκιμαντέρ θα “ανέβει” στο διαδίκτυο.

Πηγή: haniotika-nea.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *