Ιστορική μνήμη και παραμόρφωση της ιστορίας στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

“Να ξεχάσουμε το παρελθόν και να δούμε μόνο μπροστά” είναι το ερώτημα που βάζει το αποκαλυπτικό, μεσαίου μήκους, ντοκιμαντέρ “Ίχνη” του Θάνου Τσάντα, που είδαμε στο 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης.

Θέμα του οι αγνοούμενοι της τουρκικής εισβολής στο νησί το 1974, , με τον πόνο για την απώλεια να είναι ο ίδιος κι από τις δυο πλευρές, όπως τονίζει χαρακτηριστικά ένας Ελληνοκύπριος δημοσιογράφος.

Με κεντρικά πρόσωπα έναν εμπειρογνώμονα του ΟΗΕ, έναν Τουρκοκύπριο δημοσιογράφο και μια γυναίκα, αδερφή αγνοούμενου, που όσο η Επιτροπή Αγνοουμένων αδιαφορεί να ερευνήσει την εξαφάνιση του καταδρομέα αδερφού της , και η οποία ανακαλύπτει από μόνη της πως αυτός ήταν αιχμάλωτος των τουρκικών στρατευμάτων εισβολής και όχι αγνοούμενος, η ταινία καταγράφει με στοιχεία, παραδείγματα και σχόλια, την πορεία της βασανιστικής αυτής ιστορίας των αγνοουμένων που δυστυχώς έχουν λησμονηθεί για διάφορους πολιτικούς λόγους και έχει παραμεριστεί ή αγνοηθεί από τη διεθνή κοινότητα.

Κι όμως, αυτή, όπως αναφέρει, σε κάποιο σημείο της ταινίας ο ξένος εκπρόσωπος, παραμένει “ανοιχτή πληγή για το διεθνές δίκαιο”, με την Τουρκία “να μην ακολουθεί το διεθνές δίκαιο”, ενώ τόσο οι αγνοούμενοι όσο και η εισβολή, “είναι εγκλήματα πολέμου”, όπως παραδέχεται ο Τουρκοκύπριος δημοσιογράφος, τονίζοντας πως “κανείς δεν έχει τιμωρήσει την Τουρκία για εγκλήματα πολέμου”, για να προσθέσει πως ο ίδιος δεν πιστεύει στον Ερντογάν, ενώ, αντίθετα, όπως είπε, “υπάρχουν όμως Ελληνοκύπριοι που τον πιστεύουν ή αποφεύγουν να καταγγείλουν την εισβολή ελπίζοντας πως έτσι θα βρεθεί η σωστή λύση.

Με τον Ελληνοκύπριο Ιστορικό να προσθέτει πως στο θέμα των αγνοουμένων υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα σ` εκείνους της τουρκοκυπριακής κι εκείνους της ελληνοκυπριακής πλευράς: γιατί υπεύθυνοι για τους Τουρκοκυπρίους αγνοούμενους (της περιόδου 1963-1967) ήταν οι παραστρατιωτικές οργανώσεις και συγκεκριμένα εκείνες της ΕΟΚΑ Β ενώ για τους Ελληνοκυπρίους αγνοούμενους υπεύθυνοι ήταν οι Τούρκοι στρατιώτες άρα το τουρκικό κράτος.

Αξίζει να αναφέρω πώς ύστερα από τις διακοινοτικές συμφωνίες των τελευταίων χρόνων, από τους 1619 Ελληνοκύπριους αγνοούμενους της εισβολής παραμένουν ακόμη περίπου 1000 αγνοούμενοι. Παράλληλα με τους αγνοούμενους, η ταινία παρουσιάζει και την ιστορία των κλεμμένων αρχαιολογικών θησαυρών, επιδίωξη καταστροφής της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου, που είναι και ένας από τους στόχους κάθε πολέμου.

Το θέμα όμως, τόσο των αγνοούμενων όσο και των αρχαιολογικών θησαυρών, όπως επιμένει μέσα από τις μαρτυρίες και τις συχνά σπαρακτικές εικόνες, η ταινία του Τσάντα, δεν πρέπει να παραμείνει tabula rasa, αλλά να οικοδομηθεί πάνω σε γερά θεμέλια όχι πάνω σε ερείπια: δηλαδή στην αναγνώριση και διερεύνηση του προβλήματος πριν ανοίξουμε μια νέα σελίδα.

Στο συγκλονιστικό “Animus animalis (μια ιστορία για ανθρώπους, ζώα και πράγματα)” της Λιθουανής Άιστε Ζεγκουλίτε, ο άνθρωπος είναι το πραγματικό ζώο που κυνηγά τα αθώα ζώα για να τα ταριχεύσει, να τα θαυμάζει και να μπορεί ανενόχλητος να τα πλησιάζει, επιβάλλοντας την εξουσία του σαυτά. Πρωταγωνιστές, ένας ταριχευτής, ένας εκτροφέας ταράνδων και ο υπάλληλος ενός μουσείου ζώων, που περιφέρονται ανάμεσα σ ένα πραγματικό κι ένα τεχνητό κόσμο. Στα πρώτα πλάνα παρακολουθούμε μια ομάδα κυνηγών που αφού σκοτώσουν το θήραμά τους, το μεταφέρουν και το κρεμάνε για να στραγγίσει, ενώ στο επόμενο μια γυναίκα παρεμβαίνει στη δουλειά των ταριχευτών ζητώντας τους να την αποθανατίσουν κοντά σ` ένα ζώο. Αργότερα, σε μια έκθεση, άντρες και γυναίκες προσπαθούν να κερδίσουν βραβεία με ζώα φτιαγμένα με καουτσούκ που μοιάζουν σχεδόν αληθινά.

Λάιτ-μοτίβ, στην ταινία είναι το μάτι ενός ζώου: μάτι σκοτωμένου, ταριχευμένου ζώου, μάτι από ζώο φτιαγμένο από καουτσούκ, μάτια πάντως που μας παρακολουθούν, μάτια απορημένα, έτοιμα να κλάψουν ή να μας ειρωνευτούν για την άθλια στην πραγματικότητα κατάστασή μας. Έξοχη, σχεδόν ονειρική, σουρεαλιστική θα έλεγα (που θα χειρο0κροτούσαν ο Μπρετόν και οι ακόλουθοι του) η σκηνή του φινάλε στο μουσείο, όταν μέσα από ένα πίνακα ζώων πηδάει ένας ζωντανός λύκος που αρχίζει να περιφέρεται στο άδειο μουσείο, στον ψεύτικο αυτό κόσμο που φτιάξαμε για να επιβάλουμε την ανωτερότητά μας.

Στο “Καθρέφτισμα της Αφρικής” (African Mirror), ο Αυστριακός σκηνοθέτης Μίσα Χέντιγκερ χρησιμοποιεί αρχειακό υλικό του Ελεβετού φωτογράφου, κινηματογραφιστή και ταξιδιωτικού συγγραφέα Ρενέ Γκαρντί (1909-2000), που αποτύπωνε στα αρχεία του (ξεκινώντας βασικά από το Καμερούν) μια διαστρεβλωμένη εικόνα της Αφρικής, επιβεβαιώνοντας το ευρωπαϊκό φαντασιακό για τη Μαύρη Ήπειρο, για να ξεσκεπάσει τις αντιφάσεις στο έργο του Γκαρντί και να ρίξει φως σ` αυτά που η αποικιοκρατική εθνογραφία προσπαθούσε τόσα χρόνια να συγκαλύψει. Συνδυάζοντας πλάνα γυρισμένα σε διάφορες εποχές, μαρτυρίες, γράμματα, ηχογραφήσεις, αποσπάσματα από ημερολόγια, ο Χέντιγκερ ανατρέπει την ειδυλλιακή εικόνα του αθώου απολίτιστου άγριου που ζούσε ελεύθερος, φτωχός αλλά ευτυχισμένος στα βουνά και τη ζούγκλα της Μαύρης Ηπείρου, όπως ήθελε να τον παρουσιάσει στο δικό του έργο ο Γκαρντί.

Στο στο δικό του ντοκιμαντέρ “Τα ρόδα τα τριαντάφυλλα (Το μπλόκο της Καλαμαριάς)”, ο Μιχάλης Αγραφιώτης, στρέφεται στο μπλόκο της Καλαμαριάς, όταν στις 13 Αυγούστου του 1944, οι ταγματασφαλίτες του Δάγκουλα (γνωστού ως του πιο σκληρού τέρατος της Κατοχής), συνεργάτες των ναζί, εισέβαλαν στην περιοχή της Καλαμαριάς στη Θεσσαλονίκη και άρχισαν να εκτελούν του πολίτες, με βάση μια λίστα που είχαν ετοιμάσει.

Μέχρι το μεσημέρι είχαν εκτελέσει 11 άτομα, όταν ο δήμαρχος της Καλαμαριάς αποφάσισε να διοργανώσει ένα γλέντι προς τιμή τους, όπου οι εγκληματίες μέθυσαν και αποχώρησαν τραγουδώντας “Τα ρόδα τα τριαντάφυλλα” (ένα εαρινό τραγούδι), χωρίς να συνεχίσουν τις υπόλοιπες εκτελέσεις.

Μέσα από εικόνες και φωτογραφίες από την τότε περίοδο αλλά και από τη σημερινή Καλαμαριά, και τις αφηγήσεις από επιζήσαντες των εκτελέσεων, συγγενείς των θυμάτων και άλλων κατοίκων της περιοχής που έζησαν τα γεγονότα, ο Αγραφιώτης καταφέρνει να ζωντανέψει την τραγική ιστορία του μπλόκου.

Πηγή: hellasjournal.com

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *