Το χρονικό των αγνοουμένων

Ο καθ’ ύλην αρμόδιος θεσμικός μηχανισμός, ο οποίος ασχολείται με το θέμα των αγνοουμένων της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η «Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους» (ΔΕΑ), η οποία ιδρύθηκε το 1981 και λειτουργεί υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Η ΔΕΑ ασχολείται με αναζητήσεις αγνοουμένων προσώπων, τόσο από την περίοδο των Δικοινοτικών Ταραχών του 1963-1964, όσο και από την περίοδο της τουρκικής Εισβολής και του πολέμου του 1974. Η Επιτροπή στελεχώνεται από τρία (3) μέλη:

  • Ένα μέλος της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας,
  • Ένα μέλος της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας και
  • Ένα μέλος το οποίο εκλέγεται από τον Ερυθρό Σταυρό και διορίζεται από το Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Από την έναρξη της λειτουργίας της το 1981 και έως το 2004, η Επιτροπή αδυνατούσε να παράγει πρακτικό έργο και να λειτουργήσει αποτελεσματικά διενεργώντας τις απαιτούμενες ανασκαφές, λόγω της παντελούς έλλειψης συνεργασίας μεταξύ των δύο Κοινοτήτων. Τα περισσότερα εμπόδια έφερνε η στάση της Τουρκίας, η οποία σε ένα κατ’ αρχήν επίπεδο απέφευγε συστηματικά να συζητήσει το θέμα. Επανειλημμένα αγνοούσε τα αιτήματα της Ελληνοκυπριακής πλευράς για συνεργασία και διερεύνηση της τύχης των αγνοουμένων, ενώ την ίδια στιγμή, συστηματικά, αγνοούσε τις Διακηρύξεις και τα Ψηφίσματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αυτή η στάση αδιαφορίας και άρνησης συνεργασίας της τουρκικής πλευράς, οδήγησε σε μία μακρά περίοδο πλήρους στασιμότητας στο θέμα των αγνοουμένων.

Τον Οκτώβριο του 1994, το Αμερικανικό Κογκρέσο ψηφίζει ένα ειδικό νόμο, ο οποίος όριζε τη διεξαγωγή έρευνας για την τύχη των αγνοουμένων στην Κύπρο, οι οποίοι είχαν Αμερικανική υπηκοότητα. Με αφορμή την εξέλιξη αυτή, υπήρξε κάποια αρχική κινητικότητα με σκοπό την ανεύρεση κάποιων συγκεκριμένων προσώπων, ωστόσο η προσπάθεια αυτή έπεσε για άλλη μία φορά στο κενό, όταν η Τουρκία αρνήθηκε να συνεργαστεί στις εκταφές οι οποίες είχαν οριστεί να γίνουν με βάση τις πρώτες πληροφορίες οι οποίες είχαν συγκεντρωθεί.

Αντιδρώντας η Κυπριακή Δημοκρατία, καταγγέλλει την Τουρκία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) για μια σειρά παραβιάσεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ). Η προσφυγή οδηγεί σε καταδίκη της Τουρκίας για παραβίαση του Άρθρου 2 της ΕΣΔΑ, χωρίς αυτό στην πραγματικότητα να σημάνει κάτι στην πράξη γιατί καμία ουσιαστική εξέλιξη δεν πυροδοτήθηκε στη συνέχεια εξαιτίας αυτής της καταδίκης.

Με την πάροδο του χρόνου, το θέμα φαίνεται να ατονεί και να χάνει το ενδιαφέρον του, τόσο στην εσωτερική, όσο και στη διεθνή δημόσια πολιτική ατζέντα. Η επόμενη σοβαρή εξέλιξη στο ζήτημα των αγνοουμένων, έρχεται ως παράπλευρο γεγονός της στρατηγικής απόφασης της Τουρκίας να ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004. Οι ενταξιακοί όροι και συνθήκες σύγκλισης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, οφείλουν να αποτελούν αντικείμενο πλήρους συμφωνίας και επικύρωσης από όλα τα ήδη κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης – συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της Κύπρου. Η Κύπρος εκμεταλλευόμενη το πλεονέκτημά της αυτό, το αξιοποιεί ασκώντας πίεση στην Τουρκία για το θέμα των αγνοουμένων. Η πίεση αυτή αποφέρει αποτέλεσμα με τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στο Συμβούλιο της Ευρώπης, να δηλώνει πως η Τουρκική πλευρά είναι έτοιμη να συμμετάσχει στις έρευνες της ΔΕΑ – η οποία από εκείνη τη στιγμή και μετά αρχίζει πρακτικά να λειτουργεί.

Με βάση τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα της Επιτροπής, φαίνεται ότι το έργο της είναι περιορισμένο και μονοσήμαντο, αφορώντας αποκλειστικά τον εντοπισμό χώρων ταφής και την εκταφή των λειψάνων. Από εκεί και πέρα δεν υπάρχει καμία παράλληλη ερευνητική διαδικασία, η οποία να αφορά στην έρευνα αρχείων και ντοκουμέντων που πιθανόν να μπορούν να φωτίσουν τα πραγματικά γεγονότα και τις τύχες των αγνοουμένων προσώπων, μιας και το σχετικό υλικό καλύπτεται από υψηλό βαθμό μυστικότητας. Αν λάβει κανείς υπόψη, βάσιμες μαρτυρίες ότι ο επίσημος Τουρκικός στρατός κατέχει πλήρεις εκθέσεις για τα συμβάντα στην Κύπρο το 1974, καθώς και σειρά άλλων κρίσιμων εγγράφων και αρχείων, τότε η σημασία της έλλειψη μιας παρόμοιας παράλληλης έρευνας, γίνεται προφανής. Είναι επίσης εύκολα κατανοητό, ότι αν όντως υπάρχει τέτοιου είδους υλικό το οποίο να μπορεί να αξιοποιηθεί ερευνητικά, πιθανόν να έλυνε συνολικά το πρόβλημα των αγνοουμένων τόσο από την Τουρκοκυπριακή, όσο και από την Ελληνοκυπριακή πλευρά. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *