Μια εναλλακτική ματιά η λύση στο ζήτημα των αγνοούμενων;

Οι Αγνοούμενοι της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974 αποτελούν ένα ζήτημα που ταλανίζει μέχρι και σήμερα το νησί, παρά το γεγονός ότι έχει περάσει από τότε, σχεδόν, μισός αιώνας. Εκτός από τις πολιτικές σκοπιμότητες, ο φόβος επαναφοράς στο προσκήνιο “άβολων” αληθειών που μπορεί να ταράξουν την ηρεμία (Κόβρας, 2012), καθώς και η ανάγκη των δύο εθνοτικών ομάδων, της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής, να διαφοροποιηθούν η μία από την άλλη και να δημιουργήσουν ισχυρές ταυτότητες (Yuksel, 2005), επέτειναν το ψυχολογικό χάσμα με τον “Άλλο”, ο οποίος θεωρήθηκε ο “ιστορικός εχθρός”, καθιστώντας έτσι αδύνατη την ουσιαστική επίλυση του προβλήματος όλα αυτά τα χρόνια.

Στην Πράσινη Γραμμή της Λευκωσίας

Η αναδιατύπωση των υπαρχόντων αφηγημάτων των δύο πλευρών με έναν τρόπο περισσότερο αντικειμενικό και ιστορικά ορθό μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα για τη λύση, καθώς όσο περισσότερες εναλλακτικές οπτικές προσφέρονται στα άτομα της κάθε κοινότητας, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ελπίδα γεφύρωσης αυτού του χάσματος με τον “Άλλο”. Σύμφωνα με το Yuksel (2005: 3), ο οποίος εξέτασε τον ρόλο τεσσάρων ντοκιμαντέρ στην ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με το Κυπριακό ζήτημα, οι αφηγηματικές ταινίες που ευαισθητοποιούν την κοινή γνώμη και επισημαίνουν κοινά αισθήματα ή παράλληλες οπτικές μπορούν να βελτιώσουν τη διαπροσωπική κατανόηση, παρέχοντας έτσι ένα πρόσφορο έδαφος για την πραγματοποίηση ενός ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου, που θα οδηγήσει σταδιακά στην επίλυση του προβλήματος.

Ίχνη: Μία διαφορετική αφήγηση για τους αγνοούμενους του 1974 στην Κύπρο

Εξετάζοντας το ζήτημα των αγνοούμενων της Κύπρου υπό την σκοπιά του διεθνούς δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του ανθρώπινου πόνου, το ντοκιμαντέρ “Ίχνη” επαναπλαισιώνει το θέμα, δίνοντάς του μία διεθνή διάσταση. Σε αντίθεση με τα μέχρι προσφάτως κυρίαρχα αφηγήματα, τα Ίχνη αναγνωρίζουν, τόσο τους Ελληνοκύπριους, όσο και τους Τουρκοκύπριους, ως θύματα της θηριωδίας του “Άλλου”, αποδίδουν ευθύνες και στις δύο πλευρές, αναγνωρίζοντας, βέβαια, ότι δε φέρουν και οι δύο τις ίδιες, και προτείνουν το διακύβευμα ότι η λήθη δεν είναι λύση.

Το πουκάμισο περιμένει σιδερωμένο. Τα τελετουργικά γι α την αντιμετώπιση του πόνου είναι τα ίδια και στις δύο πλευρές / Φωτογραφία: Θάνος Τσάντας

Μέσω της εναλλακτικής αυτής αφήγησης, το ντοκιμαντέρ επιχειρεί να μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο οι δύο εμπλεκόμενες πλευρές αντιλαμβάνονται τον “Εαυτό” μέσα στο συγκεκριμένο σύστημα σχέσεων, δηλαδή ως το μοναδικό θύμα, κάτι που για πολλά χρόνια τις κατέστησε “ανίκανες” να συμπονέσουν τον “Άλλο” (Yuksel, 2005: 5). Προσφέροντας στα άτομα και των δύο κοινοτήτων τη διαφορετική αυτή οπτική, καθιστά ευκολότερη τη μείωση, αν όχι την κατάργηση, της μεταξύ τους ψυχολογικής απόστασης και τα φέρνει πιο κοντά στην επίτευξη μίας αμοιβαία επωφελούς λύσης. Επίσης, παρουσιάζοντας την ανάκτηση της αλήθειας ως ανθρώπινο δικαίωμα που αποτελεί θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου, αλλά και τους συγγενείς των αγνοούμενων ως θύματα, αντιτίθεται στην άποψη των ρεαλιστών ότι οι δύο κοινότητες δεν πρέπει να “σκαλίζουν” το παρελθόν, καθώς κάτι τέτοιο μπορεί να αποσταθεροποιήσει την κοινωνική ηρεμία στην περιοχή (Κόβρας, 2008: 379). Αντιθέτως, τα Ίχνη προτείνουν ότι η αναζήτηση και η ανάκτηση της αλήθειας αποτελεί, όχι μόνο ηθική υποχρέωση, αλλά και το καλύτερο μέσο επίτευξης της συμφιλίωσης, της ειρήνης και της σταθερότητας μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Φωτογραφία: Θάνος Τσάντας

Ο ρόλος των Μέσων στην επίλυση του ζητήματος των αγνοούμενων

Η έκθεση, τόσο των μελών των δύο εμπλεκόμενων πλευρών, όσο και της διεθνούς κοινότητας, σε εναλλακτικές και περισσότερο αντικειμενικές αφηγήσεις που παρουσιάζουν μία ολοκληρωμένη εικόνα το προβλήματος, μπορεί να οδηγήσει στη σταδιακή απονομιμοποίηση των μη ιστορικά ορθών και μεροληπτικών πλαισίων και, ως εκ τούτου, να δημιουργήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την οριστική επίλυση του ζητήματος των αγνοουμένων. Ο ρόλος των Μέσων και, κυρίως, των ταινιών σε αυτή την προσπάθεια είναι βαρυσήμαντος, καθώς αυτά, λειτουργώντας ως ανεξάρτητος και ουδέτερος μεσολαβητής, μπορούν να συμβάλουν στον αναπροσανατολισμό των αντιλήψεων, αλλά και στην παροχή πολλαπλών προοπτικών (Yuksel, 2005: 1). Με τον τρόπο αυτό, αν και μπορεί να μη μας δίνουν απευθείας τη λύση, μας βοηθούν να κάνουμε τις σωστές ερωτήσεις που θα μας οδηγήσουν, εν τέλει, σε αυτή.

Απεικονίσεις των Ελληνοκύπριων αγνοούμενων του 1974

Στην Κύπρο, τόσο η ελληνοκυπριακή, όσο και η τουρκοκυπριακή πλευρά, χρησιμοποίησαν τη φωτογραφία ως μέσο αναπαράστασης των παθών τους, αλλά και ως μέσο νομιμοποίησής τους στα μάτια της διεθνούς κοινότητας (Cassia, 1999). Όσον αφορά στο ζήτημα των αγνοούμενων του 1974, οι Ελληνοκύπριοι, οι οποίοι θεωρούσαν τους αγνοούμενούς τους ως αγνώστου τύχης, σε αντίθεση με τους Τουρκοκύπριους που θεωρούσαν τους δικούς τους νεκρούς, παρουσίασαν τον πόνο τους μέσα από την “απουσία” των αγαπημένων τους προσώπων. Σύμφωνα με τον Cassia (1999: 41), οι φωτογραφίες τους έθεταν ένα ερώτημα και συνέδεαν, κατά κάποιο τρόπο, το παρελθόν με το μέλλον, καθώς υπαινίσσονταν την ύπαρξη ενός άλυτου πολιτικού, αλλά και ανθρωπιστικού προβλήματος.

Εικόνα 1 Μαυροφορεμένες Ελληνοκύπριες με τις φωτογραφίες των αγαπημένων τους προσώπων που αγνοούνται

Η Εικόνα 1 αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του φωτογραφικού υλικού που “επιστράτευσε” η ελληνοκυπριακή πλευρά μετά την παράνομη τουρκική εισβολή για να ενισχύσει την εικόνα της ως θύμα του τουρκικού κράτους, να νομιμοποιήσει τη θέση της στις διαπραγματεύσεις, αλλά και να κερδίσει τη στήριξη των τρίτων. Εδώ παρουσιάζεται μία ομάδα μαυροφορεμένων γυναικών, οι οποίες κρατούν φωτογραφίες από τα αγαπημένα τους πρόσωπα που αγνοούνται, ενώ η μία από αυτές συνοδεύεται και από έναν τίτλο που ρωτάει το πού βρίσκονται, αλλά και πληροφορεί ότι οι Ελληνοκύπριοι που αγνοούνται είναι 2.500.

«Η συγκεκριμένη εικόνα αποτελεί πιστοποίηση των δεινών που υπέστησαν οι Ελληνοκύπριοι, τόσο οι αγνοούμενοι, όσο και οι συγγενείς τους που τους αναζητούν, από το τουρκικό κράτος»

Στη φωτογραφία τα μαύρα ρούχα και η απουσία του σώματος (του αγνοούμενου), τα οποία αποτελούν τα φωτογραφικά σημαίνοντα, υποκρύπτουν ένα βαθύτερο νόημα, ένα σημαινόμενο (Βλασσάς, 1998), που στην πρώτη περίπτωση είναι ο θρήνος – ο ανθρώπινος πόνος, ενώ στη δεύτερη είναι τα δεινά τα οποία υπέστησαν οι ελληνοκύπριοι από την τουρκική κυβέρνηση. Οι προτάσεις που συνοδεύουν τη μία από τις φωτογραφίες των αγνοουμένων (Where are they? 2.500 GREEK-CYPRIOTS ARE MISSING) αποτελούν ένα μέσο τεχνικής βοήθειας/περισσότητας, ώστε να εξασφαλιστεί ότι το νόημα θα γίνει σαφές από τη διεθνή κοινότητα (Αγραφιώτης κα., 2013). Για το λόγο αυτό είναι γραμμένες στα αγγλικά.

Η συγκεκριμένη εικόνα αποτελεί πιστοποίηση των δεινών που υπέστησαν οι Ελληνοκύπριοι, τόσο οι αγνοούμενοι, όσο και οι συγγενείς τους που τους αναζητούν, από το τουρκικό κράτος. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επιστράτευσε τέτοιου είδους εικόνες, αλλά και άλλες παρόμοιες (αγνοούμενοι και «Πηνελόπες» ), ώστε να εξασφαλίσει την απαραίτητη νομιμοποίηση, για να μπορέσει να ζητήσει από τους τρίτους στήριξη, αλλά και να καλέσει σε δράση. Δράση για την άμεση εφαρμογή των νόμων του διεθνούς δικαίου και την απόδοση ευθυνών στους υπευθύνους.

Αγνοούμενοι Πέντε Ελληνοκύπριοι στρατιώτες αιχμάλωτοι που εξαφανίστηκαν αφού τραβήχτηκε η φωτογραφία
Πηνελόπες Ένα μικρό Ελληνοκύπριο αγοράκι κρατάει τη γαμήλια φωτογραφία των γονιών του

Οι μαυροφορεμένες γυναίκες, οι αγνοούμενοι σε τραγικές στιγμές, οι «Πηνελόπες», όλες αυτές οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν από την ελληνοκυπριακή πλευρά για «δει» τον πόνο της η διεθνής κοινότητα, υπήρξαν ιδιαίτερα αποτελεσματικές, καθώς μπορούσαν να κινούνται από το ήταν στο είναι και το αντίστροφο, δημιουργώντας έτσι την αίσθηση της «απορίας» (Cassia, 1999: 44). Για το λόγο αυτό κατάφερναν να «απορροφήσουν» το θεατή, ο οποίος έμπαινε αυτόματα σε μία συζήτηση μαζί τους. Τι απέγινε με τους αγνοούμενους; Τι θα γίνει με αυτούς που τους αναζητούν;

Διαιωνίζοντας τα κυρίαρχα αφηγήματα για τους αγνοούμενους της Κύπρου

Για περισσότερα από 40 χρόνια το θέμα των αγνοούμενων της Κύπρου, των συνολικά 2.000 Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων πολιτών που εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στο νησί το 1974, αλλά και των διακοινοτικών αναταραχών τη δεκαετία 1964 – 1974, έχει χρησιμοποιηθεί και από τις δύο κοινότητες ως μέσο δαιμονοποίησης του “Άλλου”, με σκοπό τη δικαιολόγηση μίας άκαμπτης στάσης στις διαπραγματεύσεις (Κόβρας, 2008: 376). Με άλλα λόγια, οι πολιτικές ηγεσίες, τόσο της ελληνοκυπριακής, όσο και της τουρκοκυπριακής κοινότητας, έχουν δημιουργήσει ένα αφήγημα μέσω του οποίου κατασκεύασαν για τον “Εαυτό” την εικόνα του θύματος που έχει υποστεί πολλά δεινά από τον βάρβαρο “Άλλο”, μία εικόνα που επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση τους και να κερδίσει τη συμπάθεια και την υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας.

Αριστερά: Τουρκοκύπρια γυναίκα που μόλις έμαθε τα τρομερά νέα για τον άνδρα της – Δεξιά: Ο Τούρκος στρατιώτης «προσφέρει» στον 23χρονο το 1974 Γιάννη Παπαγιάννη από το Νέο Χωρίο Κυθρέας, πιθανώς, το τελευταίο του τσιγάρο

Όπως θα δούμε, τα δύο αφηγήματα διαφέρουν, καθώς στην πρώτη περίπτωση οι Αγνοούμενοι χρησιμοποιούνται ως μία μεταφορά για επιστροφή, επιστροφή της χαμένης γης και επιστροφή στην ειρηνική εποχή πριν την τουρκική εισβολή (Υάκινθου, 2008: 18), ενώ στη δεύτερη ως απόδειξη ότι οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι δεν μπορούν να συνυπάρξουν ειρηνικά (Cassia, 1999: 27). Για το λόγο αυτό, οι δύο πλευρές έχουν επιφορτίσει τη λέξη “Αγνοούμενοι” η καθεμία με ένα διαφορετικό νόημα. Για την ελληνοκυπριακή κοινότητα οι Αγνοούμενοι είναι οι Ελληνοκύπριοι που εξαφανίστηκαν ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής του 1974 και των οποίων η τύχη αγνοείται, ενώ για την τουρκοκυπριακή κοινότητα οι Αγνοούμενοι είναι οι Τουρκοκύπριοι που θυσιάστηκαν για το έθνος, οι “μάρτυρες”, που προέκυψαν από τις διακοινοτικές αναταραχές της δεκαετίας 1964 – 1974 (Υάκινθου, 2008: 17). Είναι ξεκάθαρο ότι η πρώτη ερμηνεία ενισχύει την αίσθηση της συνέχισης του προβλήματος, το οποίο για τους Ελληνοκύπριους αποτελεί μία πληγή που παραμένει ανοιχτή, ενώ η δεύτερη ενός κύκλου που έχει κλείσει και που δεν πρόκειται να ξανά ανοίξει όσο οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι ζουν χώρια.

«Η ανάγκη για την πάση θυσία διατήρηση των κυρίαρχων αφηγημάτων οδήγησε στον αποκλεισμό των εναλλακτικών φωνών και στις δύο κοινότητες»

Το γεγονός ότι οποιαδήποτε αλλαγή στο κυρίαρχο αφήγημα της μίας ή της άλλης πλευράς μπορεί να επηρεάσει την ισχύ των επιχειρημάτων της κατά τις διαπραγματεύσεις, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το ζήτημα των Αγνοούμενων της Κύπρου η διεθνής κοινότητα, δημιούργησε την ανάγκη για την πάση θυσία διατήρηση των δύο αυτών κυρίαρχων αφηγημάτων, με αποτέλεσμα τον επί πολλά χρόνια αποκλεισμό των εναλλακτικών φωνών και στις δύο κοινότητες, αλλά και την παρεμπόδιση του έργου της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοούμενους στην Κύπρο (ΔΕΑ) και από τις δύο πλευρές, για είκοσι και πλέον χρόνια (Υάκινθου, 2008: 17).

Εκπομπή με θέμα τους βιασμούς των Ελληνοκυπρίων γυναικών κατά το 1974 – Ελληνοκύπρια παρεμβαίνει και ζητά να αναγνωριστεί ότι και Τουρκοκύπριες γυναίκες είχαν πέσει θύματα βιασμού από Ελληνοκύπριους

Σήμερα, η δημιουργία ενός παγκόσμιου κανονιστικού πλαισίου για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, από κοινού με την εξέλιξη των εγκληματολογικών επιστημών, ενθάρρυνε την ανάδυση διαφορετικών εκδοχών της αλήθειας για το παρελθόν (Korvas, 2012: 750), ενώ η υποχρέωση της Τουρκίας να συμμορφωθεί με συγκεκριμένα ευρωπαϊκά πρότυπα και αποφάσεις, ώστε να συνεχίσει την ενταξιακή της πορεία, είχε ως αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη συνεργασία της για την επίλυση του ζητήματος. Βέβαια, παρά τις θετικές εξελίξεις που σημειώθηκαν, κυρίως, από το 2004 και μετά τα βασικά αφηγήματα παραμένουν σχεδόν τα ίδια, με τις δύο πλευρές να επικεντρώνονται στα δικά τους δεινά και να αγνοούν τον πόνο του “Άλλου”, γεγονός που αποτελεί τροχοπέδη για την ανάδυση ενός ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου και, κατ’ επέκταση, για την οριστική επίλυση του ζητήματος των Αγνοουμένων της Κύπρου.