Ιστορική μνήμη και παραμόρφωση της ιστορίας στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

“Να ξεχάσουμε το παρελθόν και να δούμε μόνο μπροστά” είναι το ερώτημα που βάζει το αποκαλυπτικό, μεσαίου μήκους, ντοκιμαντέρ “Ίχνη” του Θάνου Τσάντα, που είδαμε στο 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης.

Θέμα του οι αγνοούμενοι της τουρκικής εισβολής στο νησί το 1974, , με τον πόνο για την απώλεια να είναι ο ίδιος κι από τις δυο πλευρές, όπως τονίζει χαρακτηριστικά ένας Ελληνοκύπριος δημοσιογράφος.

Με κεντρικά πρόσωπα έναν εμπειρογνώμονα του ΟΗΕ, έναν Τουρκοκύπριο δημοσιογράφο και μια γυναίκα, αδερφή αγνοούμενου, που όσο η Επιτροπή Αγνοουμένων αδιαφορεί να ερευνήσει την εξαφάνιση του καταδρομέα αδερφού της , και η οποία ανακαλύπτει από μόνη της πως αυτός ήταν αιχμάλωτος των τουρκικών στρατευμάτων εισβολής και όχι αγνοούμενος, η ταινία καταγράφει με στοιχεία, παραδείγματα και σχόλια, την πορεία της βασανιστικής αυτής ιστορίας των αγνοουμένων που δυστυχώς έχουν λησμονηθεί για διάφορους πολιτικούς λόγους και έχει παραμεριστεί ή αγνοηθεί από τη διεθνή κοινότητα.

Κι όμως, αυτή, όπως αναφέρει, σε κάποιο σημείο της ταινίας ο ξένος εκπρόσωπος, παραμένει “ανοιχτή πληγή για το διεθνές δίκαιο”, με την Τουρκία “να μην ακολουθεί το διεθνές δίκαιο”, ενώ τόσο οι αγνοούμενοι όσο και η εισβολή, “είναι εγκλήματα πολέμου”, όπως παραδέχεται ο Τουρκοκύπριος δημοσιογράφος, τονίζοντας πως “κανείς δεν έχει τιμωρήσει την Τουρκία για εγκλήματα πολέμου”, για να προσθέσει πως ο ίδιος δεν πιστεύει στον Ερντογάν, ενώ, αντίθετα, όπως είπε, “υπάρχουν όμως Ελληνοκύπριοι που τον πιστεύουν ή αποφεύγουν να καταγγείλουν την εισβολή ελπίζοντας πως έτσι θα βρεθεί η σωστή λύση.

Με τον Ελληνοκύπριο Ιστορικό να προσθέτει πως στο θέμα των αγνοουμένων υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα σ` εκείνους της τουρκοκυπριακής κι εκείνους της ελληνοκυπριακής πλευράς: γιατί υπεύθυνοι για τους Τουρκοκυπρίους αγνοούμενους (της περιόδου 1963-1967) ήταν οι παραστρατιωτικές οργανώσεις και συγκεκριμένα εκείνες της ΕΟΚΑ Β ενώ για τους Ελληνοκυπρίους αγνοούμενους υπεύθυνοι ήταν οι Τούρκοι στρατιώτες άρα το τουρκικό κράτος.

Αξίζει να αναφέρω πώς ύστερα από τις διακοινοτικές συμφωνίες των τελευταίων χρόνων, από τους 1619 Ελληνοκύπριους αγνοούμενους της εισβολής παραμένουν ακόμη περίπου 1000 αγνοούμενοι. Παράλληλα με τους αγνοούμενους, η ταινία παρουσιάζει και την ιστορία των κλεμμένων αρχαιολογικών θησαυρών, επιδίωξη καταστροφής της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου, που είναι και ένας από τους στόχους κάθε πολέμου.

Το θέμα όμως, τόσο των αγνοούμενων όσο και των αρχαιολογικών θησαυρών, όπως επιμένει μέσα από τις μαρτυρίες και τις συχνά σπαρακτικές εικόνες, η ταινία του Τσάντα, δεν πρέπει να παραμείνει tabula rasa, αλλά να οικοδομηθεί πάνω σε γερά θεμέλια όχι πάνω σε ερείπια: δηλαδή στην αναγνώριση και διερεύνηση του προβλήματος πριν ανοίξουμε μια νέα σελίδα.

Στο συγκλονιστικό “Animus animalis (μια ιστορία για ανθρώπους, ζώα και πράγματα)” της Λιθουανής Άιστε Ζεγκουλίτε, ο άνθρωπος είναι το πραγματικό ζώο που κυνηγά τα αθώα ζώα για να τα ταριχεύσει, να τα θαυμάζει και να μπορεί ανενόχλητος να τα πλησιάζει, επιβάλλοντας την εξουσία του σαυτά. Πρωταγωνιστές, ένας ταριχευτής, ένας εκτροφέας ταράνδων και ο υπάλληλος ενός μουσείου ζώων, που περιφέρονται ανάμεσα σ ένα πραγματικό κι ένα τεχνητό κόσμο. Στα πρώτα πλάνα παρακολουθούμε μια ομάδα κυνηγών που αφού σκοτώσουν το θήραμά τους, το μεταφέρουν και το κρεμάνε για να στραγγίσει, ενώ στο επόμενο μια γυναίκα παρεμβαίνει στη δουλειά των ταριχευτών ζητώντας τους να την αποθανατίσουν κοντά σ` ένα ζώο. Αργότερα, σε μια έκθεση, άντρες και γυναίκες προσπαθούν να κερδίσουν βραβεία με ζώα φτιαγμένα με καουτσούκ που μοιάζουν σχεδόν αληθινά.

Λάιτ-μοτίβ, στην ταινία είναι το μάτι ενός ζώου: μάτι σκοτωμένου, ταριχευμένου ζώου, μάτι από ζώο φτιαγμένο από καουτσούκ, μάτια πάντως που μας παρακολουθούν, μάτια απορημένα, έτοιμα να κλάψουν ή να μας ειρωνευτούν για την άθλια στην πραγματικότητα κατάστασή μας. Έξοχη, σχεδόν ονειρική, σουρεαλιστική θα έλεγα (που θα χειρο0κροτούσαν ο Μπρετόν και οι ακόλουθοι του) η σκηνή του φινάλε στο μουσείο, όταν μέσα από ένα πίνακα ζώων πηδάει ένας ζωντανός λύκος που αρχίζει να περιφέρεται στο άδειο μουσείο, στον ψεύτικο αυτό κόσμο που φτιάξαμε για να επιβάλουμε την ανωτερότητά μας.

Στο “Καθρέφτισμα της Αφρικής” (African Mirror), ο Αυστριακός σκηνοθέτης Μίσα Χέντιγκερ χρησιμοποιεί αρχειακό υλικό του Ελεβετού φωτογράφου, κινηματογραφιστή και ταξιδιωτικού συγγραφέα Ρενέ Γκαρντί (1909-2000), που αποτύπωνε στα αρχεία του (ξεκινώντας βασικά από το Καμερούν) μια διαστρεβλωμένη εικόνα της Αφρικής, επιβεβαιώνοντας το ευρωπαϊκό φαντασιακό για τη Μαύρη Ήπειρο, για να ξεσκεπάσει τις αντιφάσεις στο έργο του Γκαρντί και να ρίξει φως σ` αυτά που η αποικιοκρατική εθνογραφία προσπαθούσε τόσα χρόνια να συγκαλύψει. Συνδυάζοντας πλάνα γυρισμένα σε διάφορες εποχές, μαρτυρίες, γράμματα, ηχογραφήσεις, αποσπάσματα από ημερολόγια, ο Χέντιγκερ ανατρέπει την ειδυλλιακή εικόνα του αθώου απολίτιστου άγριου που ζούσε ελεύθερος, φτωχός αλλά ευτυχισμένος στα βουνά και τη ζούγκλα της Μαύρης Ηπείρου, όπως ήθελε να τον παρουσιάσει στο δικό του έργο ο Γκαρντί.

Στο στο δικό του ντοκιμαντέρ “Τα ρόδα τα τριαντάφυλλα (Το μπλόκο της Καλαμαριάς)”, ο Μιχάλης Αγραφιώτης, στρέφεται στο μπλόκο της Καλαμαριάς, όταν στις 13 Αυγούστου του 1944, οι ταγματασφαλίτες του Δάγκουλα (γνωστού ως του πιο σκληρού τέρατος της Κατοχής), συνεργάτες των ναζί, εισέβαλαν στην περιοχή της Καλαμαριάς στη Θεσσαλονίκη και άρχισαν να εκτελούν του πολίτες, με βάση μια λίστα που είχαν ετοιμάσει.

Μέχρι το μεσημέρι είχαν εκτελέσει 11 άτομα, όταν ο δήμαρχος της Καλαμαριάς αποφάσισε να διοργανώσει ένα γλέντι προς τιμή τους, όπου οι εγκληματίες μέθυσαν και αποχώρησαν τραγουδώντας “Τα ρόδα τα τριαντάφυλλα” (ένα εαρινό τραγούδι), χωρίς να συνεχίσουν τις υπόλοιπες εκτελέσεις.

Μέσα από εικόνες και φωτογραφίες από την τότε περίοδο αλλά και από τη σημερινή Καλαμαριά, και τις αφηγήσεις από επιζήσαντες των εκτελέσεων, συγγενείς των θυμάτων και άλλων κατοίκων της περιοχής που έζησαν τα γεγονότα, ο Αγραφιώτης καταφέρνει να ζωντανέψει την τραγική ιστορία του μπλόκου.

Πηγή: hellasjournal.com

Ίχνη, ένα ντοκιμαντέρ για τους αγνοούμενους του 1974 στην Κύπρο

Στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης (ΨΗΠΤΕ) «ταξιδεύει», για προβολή και συζήτηση, το ντοκιμαντέρ Ίχνη που αναζητά τα ίχνη των αγνοουμένων στην Κύπρο, ένα θέμα που εδώ και 45 χρόνια «παραμένει άλυτο» , όπως τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η αναπληρώτρια καθηγήτρια του Ανοιχτού Πανεπιστημίου της Κύπρου Σοφία Ιορδανίδου που υπογράφει την έρευνα και την παραγωγή του ντοκιμαντέρ.

Έτσι, μετά τις επιτυχημένες sold out προβολές στo 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ στη Θεσσαλονίκη και τις πολυσυζητημένες προβολές του στην Κύπρο, το ντοκιμαντέρ, σε σενάριο του ‘Αρη Χατζηστεφάνου και σκηνοθεσία του Θάνου Τσάντα, μπορούν να το παρακολουθήσουν και οι Αθηναίοι.

Η προβολή θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 26 Μαρτίου στις 19:00 στην αίθουσα Συνεδρίων. Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση με συνομιλητές τον Σωτήρη Ριζά, διευθυντή Ερευνών στο Κέντρο Έρευνας της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, τη Μαρία Γαβουνέλη, αναπληρώτρια καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου, Νομική Σχολή ΕΚΠΑ, και την υπεύθυνη Έρευνας και Παραγωγής, τον Βασίλη Σωτηρόπουλο, δικηγόρο και τη Σοφία Ιορδανίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Δημοσιογραφίας και Επικοινωνίας, Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Μιλώντας για το ντοκιμαντέρ στο Πρακτορείο η Σοφία Ιορδανίδου σημειώνει: «Είναι ένα θέμα που καίει, εκατοντάδες οικογένειες συνεχίζουν να ψάχνουν τους δικούς τους ανθρώπους.

Θεωρήσαμε να αναδειχθεί για άλλη μια φορά το θέμα ως αποτέλεσμα πολέμου ή παράνομης εισβολής μιας τρίτης χώρας σε μια δεύτερη πρώτη χώρα. Και ένα πρόβλημα το οποίο επαναλαμβάνεται και παραμένει άλυτο».

Το ντοκιμαντέρ περιλαμβάνει προσωπικές ιστορίες, όπως αυτή της αδελφής του Χρήστου Καρεφυλίδη, μας λέει η Σοφία Ιορδανίδου, «που επί 25 χρόνια ψάχνει και κάνει τη δουλειά της διερευνητικής επιτροπής των αγνοουμένων, ο φάκελος του οποίου παραμένει σχεδόν άδειος μέσα στην Επιτροπής, ενώ η ίδια, η Μαρία η Καρεφυλλίδη, έχει καταφέρει να ανακαλύψει πράγματα πολύ σημαντικά: ότι ο αδερφός της δεν ήταν αγνοούμενος, ήταν αιχμάλωτος πολέμου».

Το θέμα, προσθέτει η κυρία Ιορδανίδου, είναι οι αγνοούμενοι της Κύπρου αλλά παράλληλα και τα αγνοούμενα κειμήλια της Κύπρου.

Συγγενείς των αγνοουμένων, δημοσιογράφοι και επιστήμονες από την Κύπρο και το εξωτερικό επαναφέρουν και αναλύουν το ζήτημα των Αγνοουμένων. Δείχνουν ότι κανείς δεν είναι διατεθειμένος να ξεχάσει. Υπογραμμίζουν τις τεράστιες και εγκληματικές ευθύνες της Τουρκίας που εξακολουθεί να μη διευκολύνει την ιστορική έρευνα για τον εντοπισμό των Κυπρίων στρατιωτών και πολιτών που πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Αναδεικνύουν την υποχρέωση των διεθνών οργανισμών να πιέσουν την Τουρκία να ανοίξει τα αρχεία της. Υπενθυμίζουν τις διαχρονικές πολιτικές ευθύνες της κυπριακής πλευράς που, στο όνομα της συμφιλίωσης, δεν ασκεί την απαραίτητη πίεση, ώστε να εφαρμοστεί το διεθνές δίκαιο. Στην αφήγηση του ντοκιμαντέρ, παράλληλα με τους αγνοούμενους, αναδεικνύεται η περιπέτεια των αρχαίων και θρησκευτικών κειμηλίων που εκλάπησαν και φυγαδεύτηκαν ή πουλήθηκαν στο εξωτερικό με ευθύνη των κατοχικών δυνάμεων.

Στο ντοκιμαντέρ Ίχνη εμφανίζονται με αλφαβητική σειρά οι εξής: Αχιλλέας Αιμιλιανίδης (δικηγόρος, κοσμήτορας Νομικής Σχολής, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας), Χρήστος Αλεξάνδρου (ιστορικός), Μαρία Καρεφυλλίδου (αδελφή αγνοουμένου), Κώστας Κατσαρός (νομικός σύμβουλος Αρχιεπισκοπής), Γιασεμί Σενέρ Λεβέντ (τουρκοκύπριος δημοσιογράφος), Αλφρέντ Μωρίς Ντε Ζάγιας (νομικός, ανεξάρτητος ερευνητής του ΟΗΕ), Ανδρέας Παράσχος (δημοσιογράφος, διευθυντής εφημερίδας Η Καθημερινή Κύπρου), Δρ. Δέσποινα Πηλείδου (Έφορος Αρχαιοτήτων, Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου), Κυριάκος Κολοβός, (υποψήφιος Διδάκτωρ Πολιτικής Επικοινωνίας).

Πηγή: amna.gr/Γιώργος Κουβαράς

21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης: Στα «Ίχνη» των αγνοούμενων της Κύπρου


Η υπεύθυνη έρευνας και παραγωγής της ταινίας Σοφία Ιορδανίδου μιλά στο makthes.gr  

«Η λήθη δεν είναι λύση», λέει στο makthes.gr η Σοφία Ιορδανίδου. Η γνωστή δημοσιογράφος και αναπληρώτρια καθηγήτρια Δημοσιογραφίας κι Επικοινωνίας στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου δίνει με αυτό τον τρόπο το μότο του ντοκιμαντέρ «Ίχνη» του οποίου υπογράφει την Έρευνα και Παραγωγή.

Πρόκειται για μια ταινία που σαράντα πέντε χρόνια μετά την παράνομη εισβολή στο μαρτυρικό νησί, επαναφέρει στο προσκήνιο μια πληγή που μένει ακόμη ανοιχτή: τους αγνοούμενους του 1974. «Πρέπει να χτίζονται στέρεες βάσεις για να μπορούν οι λαοί να προχωράνε παρακάτω χωρίς να αναπαράγεται και να διαιωνίζεται η βία, ο θυμός και το μίσος. Επίσης κάποτε το Διεθνές Δίκαιο θα πρέπει και να εφαρμόζεται», συμπληρώνει η δημοσιογράφος.

Στην ταινία μιλούν συγγενείς των αγνοουμένων, δημοσιογράφοι κι επιστήμονες από την Κύπρο και το εξωτερικό που επαναφέρουν και αναλύουν το ζήτημα δείχνοντας ότι κανείς δεν είναι διατεθειμένος να ξεχάσει. Υπογραμμίζουν τις τεράστιες και εγκληματικές ευθύνες της Τουρκίας που εξακολουθεί να μην διευκολύνει την ιστορική έρευνα για τον εντοπισμό των Κυπρίων στρατιωτών και πολιτών που πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Αναδεικνύουν την υποχρέωση των διεθνών οργανισμών να πιέσουν την Τουρκία να ανοίξει τα αρχεία της. Υπενθυμίζουν τις διαχρονικές πολιτικές ευθύνες της κυπριακής πλευράς που, στο όνομα της συμφιλίωσης, δεν ασκεί την απαραίτητη πίεση, ώστε να εφαρμοστεί το διεθνές δίκαιο.

«Ο τρόπος που πάει να κλείσει το θέμα θεμελιώνει ένα νέο κύμα βίας»

Το ντοκιμαντέρ δημιουργήθηκε τώρα επειδή υπάρχει μια τάση να κλείσει το Κυπριακό, όπως τονίζει η Σοφία Ιορδανίδου. «Επειδή νιώθουμε ότι υπάρχει η κατεύθυνση του να το ξεχάσουμε, θέλουμε να υπογραμμίσουμε ότι αυτός δεν είναι ο σωστός τρόπος. Θεωρούμε ότι αυτό θα πρέπει να ανοίξει, να λυθούν τα ζητήματα, να τοποθετηθούν οι αγνοούμενοι, να ξέρουμε πώς σκοτώθηκαν για να απαλύνει αυτό και τις πληγές των συγγενών. Μάλιστα, η λειψανολαγνεία που ξεκίνησε πρόσφατα εξαγριώνει πιο πολύ τους συγγενείς. Επίσης ο τρόπος που πάει να κλείσει το θέμα θεμελιώνει ένα νέο κύμα βίας γιατί ο θυμός ριζώνει μέσα στους ανθρώπους και περνάει στις επόμενες γενιές», τονίζει η Σοφία Ιορδανίδου.


Στην αφήγηση, παράλληλα με τους αγνοούμενους, αναδεικνύεται η περιπέτεια των αρχαίων και θρησκευτικών κειμηλίων που εκλάπησαν και φυγαδεύτηκαν ή πουλήθηκαν στο εξωτερικό με ευθύνη των κατοχικών δυνάμεων. «Κάνουμε μια αντιπαραβολή χωρίς να εξισώνουμε την ανθρώπινη ζωή. Αναφέρουμε πως έγιναν και φοβερές λεηλασίες σε αμίμητης αξίας αρχαία και τοιχογραφίες, δηλαδή χάθηκαν σπουδαία πολιτισμικά κομμάτια. Κάποια πράγματα έχουν καταγραφεί αλλά δεν τα λένε όλα. Εμείς μιλάμε με πηγές της Αρχιεπισκοπής, αλλά και της διεύθυνσης αρχαιολογικών χώρων κάνοντας αναφορά και σ’ αυτό», λέει η δημοσιογράφος.

Πηγή: makthes.gr/Κυριακή Τσολάκη

Μια εναλλακτική ματιά η λύση στο ζήτημα των αγνοούμενων;

Οι Αγνοούμενοι της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974 αποτελούν ένα ζήτημα που ταλανίζει μέχρι και σήμερα το νησί, παρά το γεγονός ότι έχει περάσει από τότε, σχεδόν, μισός αιώνας. Εκτός από τις πολιτικές σκοπιμότητες, ο φόβος επαναφοράς στο προσκήνιο “άβολων” αληθειών που μπορεί να ταράξουν την ηρεμία (Κόβρας, 2012), καθώς και η ανάγκη των δύο εθνοτικών ομάδων, της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής, να διαφοροποιηθούν η μία από την άλλη και να δημιουργήσουν ισχυρές ταυτότητες (Yuksel, 2005), επέτειναν το ψυχολογικό χάσμα με τον “Άλλο”, ο οποίος θεωρήθηκε ο “ιστορικός εχθρός”, καθιστώντας έτσι αδύνατη την ουσιαστική επίλυση του προβλήματος όλα αυτά τα χρόνια.

Στην Πράσινη Γραμμή της Λευκωσίας

Η αναδιατύπωση των υπαρχόντων αφηγημάτων των δύο πλευρών με έναν τρόπο περισσότερο αντικειμενικό και ιστορικά ορθό μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα για τη λύση, καθώς όσο περισσότερες εναλλακτικές οπτικές προσφέρονται στα άτομα της κάθε κοινότητας, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ελπίδα γεφύρωσης αυτού του χάσματος με τον “Άλλο”. Σύμφωνα με το Yuksel (2005: 3), ο οποίος εξέτασε τον ρόλο τεσσάρων ντοκιμαντέρ στην ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με το Κυπριακό ζήτημα, οι αφηγηματικές ταινίες που ευαισθητοποιούν την κοινή γνώμη και επισημαίνουν κοινά αισθήματα ή παράλληλες οπτικές μπορούν να βελτιώσουν τη διαπροσωπική κατανόηση, παρέχοντας έτσι ένα πρόσφορο έδαφος για την πραγματοποίηση ενός ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου, που θα οδηγήσει σταδιακά στην επίλυση του προβλήματος.

Ίχνη: Μία διαφορετική αφήγηση για τους αγνοούμενους του 1974 στην Κύπρο

Εξετάζοντας το ζήτημα των αγνοούμενων της Κύπρου υπό την σκοπιά του διεθνούς δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του ανθρώπινου πόνου, το ντοκιμαντέρ “Ίχνη” επαναπλαισιώνει το θέμα, δίνοντάς του μία διεθνή διάσταση. Σε αντίθεση με τα μέχρι προσφάτως κυρίαρχα αφηγήματα, τα Ίχνη αναγνωρίζουν, τόσο τους Ελληνοκύπριους, όσο και τους Τουρκοκύπριους, ως θύματα της θηριωδίας του “Άλλου”, αποδίδουν ευθύνες και στις δύο πλευρές, αναγνωρίζοντας, βέβαια, ότι δε φέρουν και οι δύο τις ίδιες, και προτείνουν το διακύβευμα ότι η λήθη δεν είναι λύση.

Το πουκάμισο περιμένει σιδερωμένο. Τα τελετουργικά γι α την αντιμετώπιση του πόνου είναι τα ίδια και στις δύο πλευρές / Φωτογραφία: Θάνος Τσάντας

Μέσω της εναλλακτικής αυτής αφήγησης, το ντοκιμαντέρ επιχειρεί να μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο οι δύο εμπλεκόμενες πλευρές αντιλαμβάνονται τον “Εαυτό” μέσα στο συγκεκριμένο σύστημα σχέσεων, δηλαδή ως το μοναδικό θύμα, κάτι που για πολλά χρόνια τις κατέστησε “ανίκανες” να συμπονέσουν τον “Άλλο” (Yuksel, 2005: 5). Προσφέροντας στα άτομα και των δύο κοινοτήτων τη διαφορετική αυτή οπτική, καθιστά ευκολότερη τη μείωση, αν όχι την κατάργηση, της μεταξύ τους ψυχολογικής απόστασης και τα φέρνει πιο κοντά στην επίτευξη μίας αμοιβαία επωφελούς λύσης. Επίσης, παρουσιάζοντας την ανάκτηση της αλήθειας ως ανθρώπινο δικαίωμα που αποτελεί θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου, αλλά και τους συγγενείς των αγνοούμενων ως θύματα, αντιτίθεται στην άποψη των ρεαλιστών ότι οι δύο κοινότητες δεν πρέπει να “σκαλίζουν” το παρελθόν, καθώς κάτι τέτοιο μπορεί να αποσταθεροποιήσει την κοινωνική ηρεμία στην περιοχή (Κόβρας, 2008: 379). Αντιθέτως, τα Ίχνη προτείνουν ότι η αναζήτηση και η ανάκτηση της αλήθειας αποτελεί, όχι μόνο ηθική υποχρέωση, αλλά και το καλύτερο μέσο επίτευξης της συμφιλίωσης, της ειρήνης και της σταθερότητας μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Φωτογραφία: Θάνος Τσάντας

Ο ρόλος των Μέσων στην επίλυση του ζητήματος των αγνοούμενων

Η έκθεση, τόσο των μελών των δύο εμπλεκόμενων πλευρών, όσο και της διεθνούς κοινότητας, σε εναλλακτικές και περισσότερο αντικειμενικές αφηγήσεις που παρουσιάζουν μία ολοκληρωμένη εικόνα το προβλήματος, μπορεί να οδηγήσει στη σταδιακή απονομιμοποίηση των μη ιστορικά ορθών και μεροληπτικών πλαισίων και, ως εκ τούτου, να δημιουργήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την οριστική επίλυση του ζητήματος των αγνοουμένων. Ο ρόλος των Μέσων και, κυρίως, των ταινιών σε αυτή την προσπάθεια είναι βαρυσήμαντος, καθώς αυτά, λειτουργώντας ως ανεξάρτητος και ουδέτερος μεσολαβητής, μπορούν να συμβάλουν στον αναπροσανατολισμό των αντιλήψεων, αλλά και στην παροχή πολλαπλών προοπτικών (Yuksel, 2005: 1). Με τον τρόπο αυτό, αν και μπορεί να μη μας δίνουν απευθείας τη λύση, μας βοηθούν να κάνουμε τις σωστές ερωτήσεις που θα μας οδηγήσουν, εν τέλει, σε αυτή.

Απεικονίσεις των Ελληνοκύπριων αγνοούμενων του 1974

Στην Κύπρο, τόσο η ελληνοκυπριακή, όσο και η τουρκοκυπριακή πλευρά, χρησιμοποίησαν τη φωτογραφία ως μέσο αναπαράστασης των παθών τους, αλλά και ως μέσο νομιμοποίησής τους στα μάτια της διεθνούς κοινότητας (Cassia, 1999). Όσον αφορά στο ζήτημα των αγνοούμενων του 1974, οι Ελληνοκύπριοι, οι οποίοι θεωρούσαν τους αγνοούμενούς τους ως αγνώστου τύχης, σε αντίθεση με τους Τουρκοκύπριους που θεωρούσαν τους δικούς τους νεκρούς, παρουσίασαν τον πόνο τους μέσα από την “απουσία” των αγαπημένων τους προσώπων. Σύμφωνα με τον Cassia (1999: 41), οι φωτογραφίες τους έθεταν ένα ερώτημα και συνέδεαν, κατά κάποιο τρόπο, το παρελθόν με το μέλλον, καθώς υπαινίσσονταν την ύπαρξη ενός άλυτου πολιτικού, αλλά και ανθρωπιστικού προβλήματος.

Εικόνα 1 Μαυροφορεμένες Ελληνοκύπριες με τις φωτογραφίες των αγαπημένων τους προσώπων που αγνοούνται

Η Εικόνα 1 αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του φωτογραφικού υλικού που “επιστράτευσε” η ελληνοκυπριακή πλευρά μετά την παράνομη τουρκική εισβολή για να ενισχύσει την εικόνα της ως θύμα του τουρκικού κράτους, να νομιμοποιήσει τη θέση της στις διαπραγματεύσεις, αλλά και να κερδίσει τη στήριξη των τρίτων. Εδώ παρουσιάζεται μία ομάδα μαυροφορεμένων γυναικών, οι οποίες κρατούν φωτογραφίες από τα αγαπημένα τους πρόσωπα που αγνοούνται, ενώ η μία από αυτές συνοδεύεται και από έναν τίτλο που ρωτάει το πού βρίσκονται, αλλά και πληροφορεί ότι οι Ελληνοκύπριοι που αγνοούνται είναι 2.500.

«Η συγκεκριμένη εικόνα αποτελεί πιστοποίηση των δεινών που υπέστησαν οι Ελληνοκύπριοι, τόσο οι αγνοούμενοι, όσο και οι συγγενείς τους που τους αναζητούν, από το τουρκικό κράτος»

Στη φωτογραφία τα μαύρα ρούχα και η απουσία του σώματος (του αγνοούμενου), τα οποία αποτελούν τα φωτογραφικά σημαίνοντα, υποκρύπτουν ένα βαθύτερο νόημα, ένα σημαινόμενο (Βλασσάς, 1998), που στην πρώτη περίπτωση είναι ο θρήνος – ο ανθρώπινος πόνος, ενώ στη δεύτερη είναι τα δεινά τα οποία υπέστησαν οι ελληνοκύπριοι από την τουρκική κυβέρνηση. Οι προτάσεις που συνοδεύουν τη μία από τις φωτογραφίες των αγνοουμένων (Where are they? 2.500 GREEK-CYPRIOTS ARE MISSING) αποτελούν ένα μέσο τεχνικής βοήθειας/περισσότητας, ώστε να εξασφαλιστεί ότι το νόημα θα γίνει σαφές από τη διεθνή κοινότητα (Αγραφιώτης κα., 2013). Για το λόγο αυτό είναι γραμμένες στα αγγλικά.

Η συγκεκριμένη εικόνα αποτελεί πιστοποίηση των δεινών που υπέστησαν οι Ελληνοκύπριοι, τόσο οι αγνοούμενοι, όσο και οι συγγενείς τους που τους αναζητούν, από το τουρκικό κράτος. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επιστράτευσε τέτοιου είδους εικόνες, αλλά και άλλες παρόμοιες (αγνοούμενοι και «Πηνελόπες» ), ώστε να εξασφαλίσει την απαραίτητη νομιμοποίηση, για να μπορέσει να ζητήσει από τους τρίτους στήριξη, αλλά και να καλέσει σε δράση. Δράση για την άμεση εφαρμογή των νόμων του διεθνούς δικαίου και την απόδοση ευθυνών στους υπευθύνους.

Αγνοούμενοι Πέντε Ελληνοκύπριοι στρατιώτες αιχμάλωτοι που εξαφανίστηκαν αφού τραβήχτηκε η φωτογραφία
Πηνελόπες Ένα μικρό Ελληνοκύπριο αγοράκι κρατάει τη γαμήλια φωτογραφία των γονιών του

Οι μαυροφορεμένες γυναίκες, οι αγνοούμενοι σε τραγικές στιγμές, οι «Πηνελόπες», όλες αυτές οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν από την ελληνοκυπριακή πλευρά για «δει» τον πόνο της η διεθνής κοινότητα, υπήρξαν ιδιαίτερα αποτελεσματικές, καθώς μπορούσαν να κινούνται από το ήταν στο είναι και το αντίστροφο, δημιουργώντας έτσι την αίσθηση της «απορίας» (Cassia, 1999: 44). Για το λόγο αυτό κατάφερναν να «απορροφήσουν» το θεατή, ο οποίος έμπαινε αυτόματα σε μία συζήτηση μαζί τους. Τι απέγινε με τους αγνοούμενους; Τι θα γίνει με αυτούς που τους αναζητούν;

Διαιωνίζοντας τα κυρίαρχα αφηγήματα για τους αγνοούμενους της Κύπρου

Για περισσότερα από 40 χρόνια το θέμα των αγνοούμενων της Κύπρου, των συνολικά 2.000 Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων πολιτών που εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στο νησί το 1974, αλλά και των διακοινοτικών αναταραχών τη δεκαετία 1964 – 1974, έχει χρησιμοποιηθεί και από τις δύο κοινότητες ως μέσο δαιμονοποίησης του “Άλλου”, με σκοπό τη δικαιολόγηση μίας άκαμπτης στάσης στις διαπραγματεύσεις (Κόβρας, 2008: 376). Με άλλα λόγια, οι πολιτικές ηγεσίες, τόσο της ελληνοκυπριακής, όσο και της τουρκοκυπριακής κοινότητας, έχουν δημιουργήσει ένα αφήγημα μέσω του οποίου κατασκεύασαν για τον “Εαυτό” την εικόνα του θύματος που έχει υποστεί πολλά δεινά από τον βάρβαρο “Άλλο”, μία εικόνα που επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση τους και να κερδίσει τη συμπάθεια και την υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας.

Αριστερά: Τουρκοκύπρια γυναίκα που μόλις έμαθε τα τρομερά νέα για τον άνδρα της – Δεξιά: Ο Τούρκος στρατιώτης «προσφέρει» στον 23χρονο το 1974 Γιάννη Παπαγιάννη από το Νέο Χωρίο Κυθρέας, πιθανώς, το τελευταίο του τσιγάρο

Όπως θα δούμε, τα δύο αφηγήματα διαφέρουν, καθώς στην πρώτη περίπτωση οι Αγνοούμενοι χρησιμοποιούνται ως μία μεταφορά για επιστροφή, επιστροφή της χαμένης γης και επιστροφή στην ειρηνική εποχή πριν την τουρκική εισβολή (Υάκινθου, 2008: 18), ενώ στη δεύτερη ως απόδειξη ότι οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι δεν μπορούν να συνυπάρξουν ειρηνικά (Cassia, 1999: 27). Για το λόγο αυτό, οι δύο πλευρές έχουν επιφορτίσει τη λέξη “Αγνοούμενοι” η καθεμία με ένα διαφορετικό νόημα. Για την ελληνοκυπριακή κοινότητα οι Αγνοούμενοι είναι οι Ελληνοκύπριοι που εξαφανίστηκαν ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής του 1974 και των οποίων η τύχη αγνοείται, ενώ για την τουρκοκυπριακή κοινότητα οι Αγνοούμενοι είναι οι Τουρκοκύπριοι που θυσιάστηκαν για το έθνος, οι “μάρτυρες”, που προέκυψαν από τις διακοινοτικές αναταραχές της δεκαετίας 1964 – 1974 (Υάκινθου, 2008: 17). Είναι ξεκάθαρο ότι η πρώτη ερμηνεία ενισχύει την αίσθηση της συνέχισης του προβλήματος, το οποίο για τους Ελληνοκύπριους αποτελεί μία πληγή που παραμένει ανοιχτή, ενώ η δεύτερη ενός κύκλου που έχει κλείσει και που δεν πρόκειται να ξανά ανοίξει όσο οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι ζουν χώρια.

«Η ανάγκη για την πάση θυσία διατήρηση των κυρίαρχων αφηγημάτων οδήγησε στον αποκλεισμό των εναλλακτικών φωνών και στις δύο κοινότητες»

Το γεγονός ότι οποιαδήποτε αλλαγή στο κυρίαρχο αφήγημα της μίας ή της άλλης πλευράς μπορεί να επηρεάσει την ισχύ των επιχειρημάτων της κατά τις διαπραγματεύσεις, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το ζήτημα των Αγνοούμενων της Κύπρου η διεθνής κοινότητα, δημιούργησε την ανάγκη για την πάση θυσία διατήρηση των δύο αυτών κυρίαρχων αφηγημάτων, με αποτέλεσμα τον επί πολλά χρόνια αποκλεισμό των εναλλακτικών φωνών και στις δύο κοινότητες, αλλά και την παρεμπόδιση του έργου της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοούμενους στην Κύπρο (ΔΕΑ) και από τις δύο πλευρές, για είκοσι και πλέον χρόνια (Υάκινθου, 2008: 17).

Εκπομπή με θέμα τους βιασμούς των Ελληνοκυπρίων γυναικών κατά το 1974 – Ελληνοκύπρια παρεμβαίνει και ζητά να αναγνωριστεί ότι και Τουρκοκύπριες γυναίκες είχαν πέσει θύματα βιασμού από Ελληνοκύπριους

Σήμερα, η δημιουργία ενός παγκόσμιου κανονιστικού πλαισίου για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, από κοινού με την εξέλιξη των εγκληματολογικών επιστημών, ενθάρρυνε την ανάδυση διαφορετικών εκδοχών της αλήθειας για το παρελθόν (Korvas, 2012: 750), ενώ η υποχρέωση της Τουρκίας να συμμορφωθεί με συγκεκριμένα ευρωπαϊκά πρότυπα και αποφάσεις, ώστε να συνεχίσει την ενταξιακή της πορεία, είχε ως αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη συνεργασία της για την επίλυση του ζητήματος. Βέβαια, παρά τις θετικές εξελίξεις που σημειώθηκαν, κυρίως, από το 2004 και μετά τα βασικά αφηγήματα παραμένουν σχεδόν τα ίδια, με τις δύο πλευρές να επικεντρώνονται στα δικά τους δεινά και να αγνοούν τον πόνο του “Άλλου”, γεγονός που αποτελεί τροχοπέδη για την ανάδυση ενός ουσιαστικού δημόσιου διαλόγου και, κατ’ επέκταση, για την οριστική επίλυση του ζητήματος των Αγνοουμένων της Κύπρου.

ΟΗΕ, Διεθνής Ερυθρός Σταυρός και εμπλεκόμενα κράτη -Κύπρος και Τουρκία: Γιατί κρατάτε κλειστά τα αρχεία σας για τους αγνοούμενους της τουρκικής εισβολής;

Η εξαφάνιση προσώπου αποτελεί παραβίαση των βασικών και θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. «Εκείνοι που διαπράττουν το έγκλημα, δεν είναι ένοχοι μόνο για την εξαφάνιση των αγνοουμένων, αλλά και για τη διαιώνιση της δυστυχίας των οικογενειών τους, με το να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες για την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων» (δήλωση υπουργείου Εξωτερικών, Κυπριακή Δημοκρατία, 10/2016).

Κατά τη διάρκεια και μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το καλοκαίρι του 1974, περισσότεροι από 2.000 Ελληνοκύπριοι (Ε/κ) συνελήφθησαν και κρατήθηκαν σε στρατόπεδα της Κύπρου, ή μεταφέρθηκαν παράνομα σε φυλακές της Τουρκίας ως αιχμάλωτοι πολέμου. Κάποιοι απ’ αυτούς δεν αφέθηκαν ποτέ ελεύθεροι. O αρχικός αριθμός των Ε/κ αγνοουμένων προσώπων ήταν 1.619. Από αυτούς, περί τους 1.000 στρατιώτες και άμαχος πληθυσμός, εξακολουθούν σήμερα να είναι αγνοούμενοι.

(Φωτογραφικό υλικό: Εικαστική έκθεση & Hμερίδα για τους Αγνοούμενους από τα γεγονότα της Κυπριακής Τραγωδίας, Πηγή: Αφιέρωμα στους αγνοούμενους της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το ’74 | iefimerida.gr)

Τον Φεβρουάριο του 1977, όπως διαβάζουμε σε δημοσίευμα του Ανδρέα Παράσχου, στο τεύχος 204/1995 του περιοδικού «Σελίδες», Μακάριος και Ντενκτάς συμφωνούν στη σύσταση ερευνητικού σώματος εκπροσώπων του Κυπριακού Ερυθρού Σταυρού με τη συμμετοχή των συγγενών των αγνοουμένων. Μεταξύ άλλων, συμφωνείται «να υποβληθεί στην ελληνοκυπριακή πλευρά πλήρης κατάλογος των αγνοουμένων». Ο κατάλογος αυτός, σύμφωνα με δημοσίευμα του ίδιου δημοσιογράφου, στο τεύχος 203/1995 του ίδιου περιοδικού, μέχρι το 1995 που άρχισε να λειτουργεί η Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων, δεν είχε υποβληθεί. Έντονο προβληματισμό δημιουργεί το γεγονός ότι ο κατάλογος δεν απαιτήθηκε άμεσα από την Κυπριακή πλευρά. Κατάλογος των προσώπων, των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο αρχείο της κυβερνητικής Υπηρεσίας για τους Αγνοούμενους ως πρόσωπα που η τύχη τους εξακολουθεί να είναι άγνωστη, δημοσιεύεται από το Υπουργικό Συμβούλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας μόλις τον Ιούλιο του 2000.

(Πηγή: «Το Facebook επιστρατεύει η ΔΕΑ για συλλογή στοιχείων για αγνοούμενους», Politis-news.com, 14/12/2017)

Δυστοκία παρατηρείται τελευταία αναφορικά με τον εντοπισμό αγνοουμένων, καθώς από την αρχή του 2018 η ΔΕΑ έχει προχωρήσει στην εκταφή ελάχιστων σορών[1]. Τα τελευταία δύο χρόνια προβαίνει σε δραματικές εκκλήσεις στα Μέσα ενημέρωσης (όπως διαβάζουμε στα ειδησεογραφικά sites Sigmalive, NewsIT, 24Η κ.ά), ζητώντας νέα στοιχεία για την τύχη των αγνοουμένων, αφού οι μαρτυρίες έχουν εξαντληθεί, δεν μπορούν να εντοπιστούν νέοι χώροι ταφής και συνεπώς ούτε λείψανα. Η Τουρκία συνεχίζει να κρατά τα αρχεία της ερμητικά κλειστά. Μήπως, όμως, είναι βολικό το αφήγημα των αξιωματούχων της Κυπριακής Δημοκρατίας για αποκλειστικές ευθύνες της Τουρκίας και δεν αφήνει και η ίδια από την πλευρά της, την τραγική αλήθεια να αναδυθεί στην επιφάνεια;

(Φωτογραφία: Κάτια Χριστοδούλου, ΚΥΠΕ. Πηγή: «Αγνοούμενοι της Κύπρου: Εικόνες από το εργαστήριο ταυτοποίησης των λειψάνων», protothema.gr)

Το 1996 ο τότε Τουρκοκύπριος ηγέτης Ρ. Ντενκτάς ομολογεί δημοσίως τις μαζικές εν ψυχρώ δολοφονίες Ελληνοκυπρίων αιχμαλώτων και αμάχων το 1974, αποδίδοντάς τες σε πράξεις αντεκδίκησης. Το τηλεοπτικό απόσπασμα του καναλιού ΣΙΓΜΑ μεταδιδόταν επί μέρες στα διεθνή Μέσα ενημέρωσης. Αναπάντητο, όμως, μένει το ερώτημα: H Κυπριακή κυβέρνηση ή άλλες αρχές, όπως η Γενική Εισαγγελία, γιατί δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την ομολογία Ντενκτάς; Η δημόσια συγγνώμη από πλευράς της Κυπριακής κυβέρνησης, εκ μέρους του υπουργού Εξωτερικών Ιωάννη Κασσουλίδη, προς τους συγγενείς των αγνοουμένων, για τις χρόνιες καθυστερήσεις, την κρατική αδιαφορία και τις αλληλοκατηγορίες, ήρθε 25 χρόνια μετά, τον Ιούνιο του 1999, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, στις 5/6/1999 .

«Ομολογία Ντενκτάς για τα εγκλήματα του 1974» στην τηλεόραση ΣΙΓΜΑ (πηγή:
Απόσπασμα από την ταινία «Αττίλας ’74» του Μ. Κακογιάννη)

Δεδομένης της έλλειψης προόδου στην εφαρμογή των διαφόρων συμφωνιών για τους αγνοουμένους, η Κυπριακή Κυβέρνηση προχωρά, το καλοκαίρι του 1999, στις πρώτες εκταφές και στην αναγνώριση των πρώτων λειψάνων. Παράλληλα,συστήνεται Επιτροπή Εργασίας υπό τον Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, με σκοπό να παρακολουθεί στενά το θέμα των αγνοουμένων, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, στις 11/9/1999. Πάγια θέση της Κυβέρνησης, όπως υπογραμμίζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης τον Ιούλιο του 2018, είναι η «διακρίβωση την τύχη κάθε αγνοούμενου προσώπου στη βάση συγκεκριμένων και τεκμαρτών αποδείξεων», ενώ η «υπόθεση του θανάτου» ως λύση του ανθρωπιστικού αυτού προβλήματος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ)

Το θέμα στα Ευρωπαϊκά δικαστήρια. Ένοχη για μη διεξαγωγή αποτελεσματικής έρευνας για τους αγνοούμενους η Τουρκία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είχε εξετάσει το θέμα των αγνοουμένων προσώπων μετά από τέσσερις προσφυγές της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας (Προσφυγές υπ’ αρ, 67801/74, 6950/75, 8007/77, 25781/94). Οι εκθέσεις της, που υιοθετήθηκαν αντίστοιχα το 1976, 1983 και 1999, τόνιζαν ότι η Τουρκία είχε παραβιάσει θεμελιώδη άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην 4η Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου κατά της Τουρκίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) αποφάσισε στις 10 Μαΐου 2001 ότι α) οι Τουρκικές αρχές δεν είχαν ποτέ διερευνήσει τους ισχυρισμούς συγγενών ότι αγνοούμενοι είχαν εξαφανιστεί μετά από κράτησή τους υπό συνθήκες που δημιουργούσαν πραγματική ανησυχία για την ασφάλειά τους, β) η αποτυχία αυτή της Τουρκίας, ήταν μια συνεχής παραβίαση των διαδικαστικών υποχρεώσεων σύμφωνα με το Άρθρο 2 της Σύμβασης για την προστασία του δικαιώματος ζωής. Το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, κατέληξε ότι «η σιωπή των αρχών… ενόψει των πραγματικών ανησυχιών των συγγενών των αγνοουμένων φθάνει σε τέτοιο επίπεδο σοβαρότητας, το οποίο μπορεί να κατηγοριοποιηθεί μόνο ως απάνθρωπη μεταχείριση εντός της έννοιας του Άρθρου 3». 

«Στο εδώλιο του ΕΔΑΔ ξανά η Τουρκία για την Κύπρο», Πηγή: Ant1, 26/03/2013)

Δεκαοκτώ χρόνια μετά την απόφαση του ΕΔΑΔ, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Η Τουρκία δεν ανοίγει τα αρχεία της, δεν συναινεί στις διερευνητικές έρευνες της ΔΕΑ, δεν συνηγορεί στο να δοθεί πρόσβαση σε αρχεία των Ηνωμένων Εθνών που την αφορούν. Σε ό,τι αφορά τον ΟΗΕ, σύμφωνα με πρόσφατες δηλώσεις του Επίτροπου Προεδρίας, κ. Φ. Φωτίου, «η μελέτη αυτών των αρχείων του ΟΗΕ έπρεπε να είχε γίνει χρόνια πριν», αλλά «μόλις πριν δύο χρόνια μας επέτρεψαν τη μελέτη αρχείων της ΟΥΝΦΙΚΥΠ… μετά από πολλές πιέσεις».

Καταληκτικά σχόλια: Το κεφάλαιο «Αγνοούμενοι» παραμένει για την Κύπρο μία ανοιχτή πληγή. Ιδιαίτερα για τους συγγενείς των αγνοουμένων, που δεν φαίνεται να μπορούν να ξεχάσουν. Οι διεθνείς οργανισμοί αφήνουν την Τουρκία άμοιρη των ευθυνών της, χωρίς να ασκούν πιέσεις να δώσει πληροφορίες για το ανθρωπιστικό αυτό ζήτημα. Η παρεμπόδιση των ερευνών από πλευράς της Τουρκίας είναι, αν μη τι άλλο, εγκληματική. Eυθύνη, όμως, φέρει και η κυπριακή κυβέρνηση. Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων παραμένει ερώτημα κατά πόσον θα έπρεπε η ελληνοκυπριακή πλευρά να ασκεί μεγαλύτερη πίεση να εφαρμοστεί το διεθνές δίκαιο, ώστε και οι συγγενείς των αγνοουμένων, 45 έστω χρόνια μετά, να μάθουν τις τύχες των αγαπημένων τους προσώπων.


[1] Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΕΑ, το πρώτο τετράμηνο του 2018 ταυτοποιήθηκαν οι σοροί 13 ατόμων (12 Ελληνοκυπρίων), σε σχέση με τους 118 το 2017 και 115 το 2016. Σύμφωνα με δικά της στοιχεία ο αριθμός των αγνοουμένων ήταν 2.002: 1.510 Ελληνοκύπριοι (Ε/κ) και 492 Τουρκοκύπριοι (Τ/κ). Συνολικά, ο αριθμός των Ε/κ αγνοουμένων που ταυτοποιήθηκαν ανέρχεται σε 659, ενώ 851 συνεχίζουν να αγνοούνται. Ο αντίστοιχος αριθμός των Τ/κ που ταυτοποιήθηκαν ανέρχεται σε 211, ενώ 281 δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί.


Βιβλιογραφία:

  • Περιοδικό «Σελίδες», τεύχος αρ. 204/1995, άρθρο του Ανδρέα Παράσχου.
  • Περιοδικό «Σελίδες», τεύχος αρ. 203/1995, άρθρο του Ανδρέα Παράσχου.
  • Εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος», Άρθρο του Σάββα Ιακωβίδη, «Πόσοι οφείλουν συγγνώμη στους συγγενείς των αγνοουμένων;» 5/6/1999.
  • Δημοσίευμα στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος», 11/9/1999.
  • Λάμπρου, Γ., 2008, «Ιστορία του κυπριακού : τα χρόνια μετά την ανεξαρτησία 1960-2008», Εκδόσεις Πάργα.
  • Παγκύπρια Οργάνωση Συγγενών Αδήλωτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων, «Το Ανθρωπιστικό Θέμα των Αγνοουμένων της Κύπρου», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://www.missing-cy.org.cy/el/history
  • Υπουργείο Εξωτερικών, Κυπριακή Δημοκρατία, «Το Κυπριακό Πρόβλημα», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο:  http://www.mfa.gov.cy/mfa/mfa2016.nsf/mfa08_gr/mfa08_gr?OpenDocument
  • Παγκύπρια Οργάνωσης Συγγενών Αδηλώτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων, Άρθρα, Νέα & Ανακοινώσεις, Ιστοχώρος: http://www.missing-cy.org.cy

Πολιτιστική Κληρονομιά: η άλλη όψη του νομίσματος

(πηγή: Ντοκιμαντέρ Ίχνη, παραγωγή: Advanced Media Institute, 2018)

«Η πρόκληση βλάβης στα πολιτιστικά αγαθά οποιουδήποτε λαού σημαίνει βλάβη στην πολιτιστική κληρονομιά ολόκληρης της ανθρωπότητας»

Προοίμιο της Σύμβασης της Χάγης για την
Προστασία των Πολιτιστικών Αγαθών σε Περίπτωση Ένοπλης Σύρραξης (1954)

 

Στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων -της Ευρώπης, της Αφρικής και της Ασίας- βρίσκεται η Κύπρος, το μεγαλύτερο νησί της Ανατολικής Μεσογείου. Ανάμεσα σε σπουδαίους άλλους πολιτισμούς και με ιστορία 10.000 χρόνων, η Κύπρος διαθέτει μια πλούσια και τεράστια πολιτιστική κληρονομιά. Από το καλοκαίρι του 1974, όμως, στο νησί διαπράττεται ένα διπλό διεθνές έγκλημα: η Τουρκία εισβάλλει στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας και έκτοτε κατέχει το 36% της επικράτειάς της. Ταυτόχρονα, επιδίδεται σε συστηματική καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στις υπό την κατοχή περιοχές.

«Η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομίας της Κύπρου», παραγωγή: Ένωση Δήμων Κύπρου. «Πέρα από τον ανθρώπινο πόνο και τις κοινωνικές, οικονομικές και εθνολογικές συνέπειες, η συστηματική πολιτιστική καταστροφή στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου είναι μία ακόμη ανοιχτή πληγή της τουρκικής εισβολής, και σε πολλές πτυχές της, δυστυχώς, ανεπανόρθωτη».

Εν αρχή ην ο λόγος. Το κατοχικό καθεστώς εργάζεται συστηματικά για να εξαφανίσει από την κατεχόμενη Κύπρο το ελληνικό και χριστιανικό παρελθόν της. Κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου και ψηφισμάτων του ΟΗΕ (Αρ. 16, 3η διεθνής διάσκεψη για την Τυποποίηση Γεωγραφικών Ονομάτων, 1977) στα κατεχόμενα αντικαθίστανται όλες οι ελληνικές ονομασίες πόλεων, χωριών και δρόμων με τουρκικές ονομασίες. Η ελληνική γλώσσα επιβιώνει σήμερα μόνο σε ελάχιστες αρχαίες επιγραφές που διασώζονται, στις ταφόπλακες κοιμητηρίων, στις οδούς της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου και στο στόμα των ελάχιστων πλέον Ελληνοκυπρίων εγκλωβισμένων (Ιακωβίδης, 2016).

(Φωτογραφία: Γιάννης Νησιώτης, Άρθρο: «Βεβηλώνουν και λεηλατούν τα κοιμητήρια» της Μαριλένας Παναγή. Πηγή: Philenews.com)

Η  μεθοδική  καταστροφή  των  μνημείων  και  θησαυρών  της  πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου, όπως και κάθε άλλης χώρας σε εμπόλεμες περιοχές (βλέπε πρόσφατα Συρία, Ιράκ, κ.ά.), προκαλεί ηθική και υλική βλάβη σε έναν πολιτισμό, αφού τον καταδικάζει στον άμεσο εκφυλισμό του (Χαΐνογλου, 2015: 219). Υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πολιτιστικό ζήτημα, που απασχολεί πολιτισμικούς φορείς, αρχαιολόγους, ιστορικούς και συντηρητές τέχνης, αλλά και ως ζήτημα διεθνούς ασφάλειας. Στην κατεχόμενη Κύπρο, πολύτιμα εκκλησιαστικά και αρχαιολογικά μνημεία και αντικείμενα, τα οποία ανήκουν στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, εξακολουθούν να κινδυνεύουν.

Η Πρόεδρος της Διάσκεψης των Προέδρων των Επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Cecilia Wikström, στην παρουσία της στην Έκθεση υπό τον τίτλο «Κύπρος: Ένας ευρωπαϊκός πολιτισμός σε κίνδυνο», που οργανώθηκε στις 7 Μαΐου 2018, τόνισε ότι «η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου δεν είναι ζήτημα που αφορά μόνο τους Κύπριους, αλλά επηρεάζει ολόκληρη την Ευρωπαϊκή κοινότητα» και κάλεσε «όλους να συμβάλουν στην ευαισθητοποίηση του κοινού για την καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ευρώπης στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου, που θα πρέπει να τερματιστεί».

Σύμφωνα με το Τμήμα Αρχαιοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου είναι συνολικά κηρυγμένα, με βάση τον Περί Αρχαιοτήτων Νόμο, 198 μνημεία. Εκατοντάδες άλλα μνημεία και αρχαιολογικοί χώροι που είχαν εντοπιστεί, δεν περιλαμβάνονται στον Νόμο, αφού η σχετική έρευνα δεν ολοκληρώθηκε εξαιτίας της τούρκικης εισβολής. Πολλά μνημεία, έχουν ήδη λεηλατηθεί, χαθεί και βεβηλωθεί. Σύμφωνα με στοιχεία του κυπριακού υπουργείου Εξωτερικών, πάνω από 500 εκκλησίες και μοναστήρια λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν: εκκλησίες μετατράπηκαν σε μουσουλμανικά τεμένη, μουσεία, χώρους διασκέδασης, ακόμα και σε ξενοδοχεία, όπως η Αγία Αναστασία της Λαπήθου, ενώ μοναστήρια (του Αγίου Χρυσοστόμου στον Πενταδάκτυλο, της Αχεροποιήτου στον Καραβά, του Αγίου Παντελεήμονα στη Μύρτου) μετατράπηκαν σε τουρκικά στρατόπεδα. Περισσότερες από 15.000 εικόνες αγίων, αμέτρητα ιερά τελετουργικά σκεύη και άλλα αντικείμενα μεγάλης αξίας έχουν εξαφανιστεί από τα κατεχόμενα εδάφη.

Περίφημες βυζαντινές τοιχογραφίες και ψηφιδωτά σπάνιας τέχνης και αξίας αποτοιχίστηκαν από Τούρκους αρχαιοκάπηλους και πωλήθηκαν παράνομα σε ιδιωτικές συλλογές. Παράλληλα, νεολιθικοί οικισμοί, όπως του Αποστόλου Ανδρέα – Κάστρος (6η χιλιετία π.Χ.) καταστρέφονται και ιστορικές πόλεις, όπως η Έγκωμη (περί τα 1400 π.Χ.) και οι αρχαίες πολιτείες της Σαλαμίνας και των Σόλων αφήνονται, από το κατοχικό καθεστώς, στη φθορά του χρόνου.

(Φωτογραφίες: Φωτογραφικό Αρχείο Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, Φωτογραφικό Αρχείο Αρχαιολογικού Μουσείου Κύπρου, πηγή: «Ένας Πολιτισμός Χάνεται: Καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στην κατεχόμενη Κύπρο», έκδοση του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών)

Τι μέλλει γενέσθαι; Το καλοκαίρι του 1974, 17 ξένες και πέντε κυπριακές αποστολές διεξήγαγαν στην Κύπρο αρχαιολογικές έρευνες. Έκτοτε, έχει ανασταλεί κάθε νόμιμη έρευνα στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού και η Κυπριακή Πολιτεία -Κυβέρνηση, Εκκλησία και ιδιώτες- καταβάλλει συνεχείς προσπάθειες για τον επαναπατρισμό απολεσθέντων αντικειμένων της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ορισμένα από αυτά έχουν επαναπατρισθεί (πρόσφατα, τέσσερις αποτοιχισμένες τοιχογραφίες από κατεχόμενες εκκλησίες επαναπατρίσθηκαν από τη Χάγη και το ψηφιδωτό του Αποστόλου Μάρκου που κοσμούσε την αψίδα της κατεχόμενης εκκλησίας της Παναγίας Κανακαρίας στη Λυθράγκωμη επεστράφη από το Μονακό), χάρη σε δικαστικές διαμάχες, αλλά και ιδιωτικές πρωτοβουλίες.

Στις κατεχόμενες περιοχές, όμως, συνεχίζεται απροκάλυπτα η αρχαιοκαπηλία και οι παράνομες ανασκαφές. Παρά τις συμβατικές υποχρεώσεις της Τουρκίας, που πηγάζουν από τις Διεθνείς Συμβάσεις, στις οποίες είναι συμβαλλόμενο μέρος (π.χ. Σύσταση της Γενικής Συνδιάσκεψης της UNESCO του 1964 για τα μέτρα παρεμπόδισης της εξαγωγής, εισαγωγής και μεταβίβασης των παράνομα κτηθέντων πολιτιστικών αγαθών, Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1969 για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς), η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στην κατεχόμενη Κύπρο συνεχίζεται…

Βιβλιογραφία:

Κύπρος: ακόμα υπό κατοχή, ακόμα πρόσφυγες, εγκλωβισμένοι & αγνοούμενοι

Ιούλιος 1974: Η Τουρκία εισβάλλει στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραβιάζοντας τις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου, καταπατώντας τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Με αρχή το ψήφισμα 353 της 20ής Ιουλίου 1974 του Συμβουλίου Ασφαλείας, ο ΟΗΕ κάνει εκκλήσεις για «άμεσο τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης στην Κυπριακή Δημοκρατία» και για «απομάκρυνση χωρίς καθυστέρηση του ξένου στρατιωτικού προσωπικού που η παρουσία του δεν προβλέπεται από διεθνείς συμφωνίες». Έκτοτε, το «Κυπριακό πρόβλημα» αποζητά ακόμα μια δίκαιη λύση.

Πλάνα από την τουρκική εισβολή του 1974 (πηγή: Sigmalive.com)

Φεβρουάριος 2019: 45 χρόνια Τουρκικής κατοχής και η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη. Το 36% των εδαφών του νησιού βρίσκονται υπό τον έλεγχο των κατοχικών δυνάμεων.

1619 αγνοούμενοι, μεταξύ των οποίων γυναίκες και μικρά παιδιά. Πρόκειται ένα από τα πιο τραγικά αφηγήματα του δράματος της Κύπρου, αφού οι οικογένειες των περισσοτέρων δεν γνωρίζουν ακόμη την τύχη των δικών τους ανθρώπων. Στρατιώτες και άμαχος πληθυσμός συνελήφθησαν κατά την εισβολή και μετά τη λήξη των εχθροπραξιών εξαφανίστηκαν. Υπάρχουν σημαντικές μαρτυρίες για αριθμό Ελληνοκύπριων αγνοουμένων, των οποίων τα ίχνη χάνονται στις φυλακές της Τουρκίας, όπου κρατήθηκαν ως αιχμάλωτοι πολέμου. Η Τουρκία κρατά τα αρχεία της ερμητικά κλειστά…

1619 ήταν οι Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι της τουρκικής εισβολής (πηγή: cyprustimes.com)

Τον Απρίλιο του 1981 συστήνεται τριμελής Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους (ΔΕΑ), αποτελούμενη από έναν αντιπρόσωπο της ελληνοκυπριακής κοινότητας, έναν της τουρκοκυπριακής και ένα τρίτο μέλος, που υποδεικνύεται από τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού και διορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ. Για δύο δεκαετίες γίνονται έρευνες, συλλέγονται δείγματα αίματος από τους συγγενείς για τις ταυτοποιήσεις και το 2006 αρχίζουν οι ανασκαφές και εκταφές και στις δύο πλευρές του νησιού. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της τελευταίας έκθεσης της ΔΕΑ (Ιούλιος 2018, Philenews), το 2006 ο συνολικός αριθμός των αγνοουμένων (Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων) ανερχόταν σε 2002 άτομα, μέχρι το 2018 είχαν εκταφεί 1211 σωροί και ταυτοποιήθηκαν 889 άτομα. Ανά κοινότητα έχουν ταυτοποιηθεί συνολικά 664 Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι και 225 Τουρκοκύπριοι ακόμη αγνοούνται.

Στοιχεία ταυτοποιήσεων από τη Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων (πηγή: Alpha Cyprus, 29/10/2018)

Η θέση της Κυπριακής Κυβέρνησης παραμένει σταθερή ότι οι συγγενείς των αγνοουμένων έχουν κάθε δικαίωμα να γνωρίζουν την αλήθεια αναφορικά με την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων. Μπορεί ένας κύκλος να ολοκληρώνεται με την ταυτοποίηση και την επιστροφή των λειψάνων τους στις οικογένειές τους, όμως, τα ερωτήματα για την τραγική τους κατάληξη παραμένουν αναπάντητα…

Ανοιχτή πληγή για την Κύπρο αποτελούν και περισσότεροι από 400 Ελληνοκύπριοι και Μαρωνίτες, από τις 20.000 που αριθμούσαν στο τέλος Αυγούστου του 1974, οι οποίοι παραμένουν ακόμη εγκλωβισμένοι στα κατεχόμενα χωριά τους. Μετά από πιέσεις της Κυπριακής κυβέρνησης, που ήγειρε το θέμα στις διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ τον Αύγουστο του 1975 στη Βιέννη, και εκκλήσεις της διεθνούς κοινότητας, η τουρκοκυπριακή πλευρά συμφώνησε σε μέτρα για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των εγκλωβισμένων, ώστε να έχουν μια «φυσιολογική» ζωή. Αλλά η Τουρκία συνεχίζει τις τακτικές εκφοβισμού, στερήσεων και καταπίεσης (άρνηση πρόσβασης σε επαρκή ιατρική περίθαλψη, άρνηση σε κατάλληλες εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις, λογοκρισία των σχολικών βιβλίων κ.λπ. σύμφωνα με μαρτυρίες εγκλωβισμένων), με αποτέλεσμα σήμερα, μόλις 403 άτομα να παραμένουν στα κατεχόμενα σπίτια τους, πίσω από την «πράσινη γραμμή».

«Οι εγκλωβισμένοι μαθητές στο κατεχόμενο Ριζοκάρπασο συνεχίζουν να κάνουν όνειρα» (πηγή: Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, AMNAWebTV)

Η 20η Ιουνίου είναι η Διεθνής Ημέρα Προσφύγων. Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα «Global Trends» της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, μέχρι το τέλος του 2017 «68,5 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν συνολικά εκτοπιστεί βίαια από τα σπίτια τους σε ολόκληρο τον κόσμο, δηλαδή 44.500 άτομα εκτοπίζονται κάθε μέρα, ένας άνθρωπος εκτοπίζεται κάθε δύο δευτερόλεπτα». Η λέξη «πρόσφυγας» δεν είναι άγνωστη για την Κύπρο. 200.000 Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν το καλοκαίρι του 1974 από τα σπίτια τους στις κατεχόμενες περιοχές και είναι ακόμη και σήμερα πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΕΔΑΔ), εξετάζοντας το θέμα των προσφύγων, αποφάσισε στις 10 Μαΐου 2001 ότι η Τουρκία παραβίασε άρθρα της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στέρησε στους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες το δικαίωμα πρόσβασης και χρήσης των περιουσιών τους. Η Τουρκία, και σ’ αυτό το θέμα, εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται. Η απόσταση του χρόνου, 45 χρόνια μετά, δεν έχει φέρει τη λήθη, αλλά οι συνθήκες της εποχής ίσως έχουν ξεθωριάσει τη μνήμη στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας.

Όταν γίνεται λόγος διεθνώς για πρόσφυγες, ποιοι και πόσοι άραγε θυμούνται τους πρόσφυγες της Κύπρου;

 



Βιβλιογραφία:

  • Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Κυπριακή Δημοκρατία, «Κύπρος: ακόμα υπό κατοχή, ακόμα διαιρεμένη, 1974-2018», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://flipbooks.pio.gov.cy/Leaflets/2018/Cyprus%201974-2018/EL/2/
  • Κυπριακός Ερυθρός Σταυρός, «Πρόσφυγες και Εγκλωβισμένοι», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://www.redcross.org.cy/el/what-we-do/refugees-and-enclaved-persons
  • Λάμπρου, Γ., 2008, «Ιστορία του κυπριακού : τα χρόνια μετά την ανεξαρτησία 1960-2008», Εκδόσεις Πάργα.
  • Παγκύπρια Οργάνωση Συγγενών Αδήλωτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων, «Το Ανθρωπιστικό Θέμα των Αγνοουμένων της Κύπρου», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://www.missing-cy.org.cy/el/history
  • Υπουργείο Εξωτερικών, Κυπριακή Δημοκρατία, «Το Κυπριακό Πρόβλημα», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://www.mfa.gov.cy/mfa/mfa2016.nsf/mfa08_gr/mfa08_gr?OpenDocument

Το χρονικό των αγνοουμένων

Ο καθ’ ύλην αρμόδιος θεσμικός μηχανισμός, ο οποίος ασχολείται με το θέμα των αγνοουμένων της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η «Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους» (ΔΕΑ), η οποία ιδρύθηκε το 1981 και λειτουργεί υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Η ΔΕΑ ασχολείται με αναζητήσεις αγνοουμένων προσώπων, τόσο από την περίοδο των Δικοινοτικών Ταραχών του 1963-1964, όσο και από την περίοδο της τουρκικής Εισβολής και του πολέμου του 1974. Η Επιτροπή στελεχώνεται από τρία (3) μέλη:

  • Ένα μέλος της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας,
  • Ένα μέλος της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας και
  • Ένα μέλος το οποίο εκλέγεται από τον Ερυθρό Σταυρό και διορίζεται από το Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Από την έναρξη της λειτουργίας της το 1981 και έως το 2004, η Επιτροπή αδυνατούσε να παράγει πρακτικό έργο και να λειτουργήσει αποτελεσματικά διενεργώντας τις απαιτούμενες ανασκαφές, λόγω της παντελούς έλλειψης συνεργασίας μεταξύ των δύο Κοινοτήτων. Τα περισσότερα εμπόδια έφερνε η στάση της Τουρκίας, η οποία σε ένα κατ’ αρχήν επίπεδο απέφευγε συστηματικά να συζητήσει το θέμα. Επανειλημμένα αγνοούσε τα αιτήματα της Ελληνοκυπριακής πλευράς για συνεργασία και διερεύνηση της τύχης των αγνοουμένων, ενώ την ίδια στιγμή, συστηματικά, αγνοούσε τις Διακηρύξεις και τα Ψηφίσματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αυτή η στάση αδιαφορίας και άρνησης συνεργασίας της τουρκικής πλευράς, οδήγησε σε μία μακρά περίοδο πλήρους στασιμότητας στο θέμα των αγνοουμένων.

Τον Οκτώβριο του 1994, το Αμερικανικό Κογκρέσο ψηφίζει ένα ειδικό νόμο, ο οποίος όριζε τη διεξαγωγή έρευνας για την τύχη των αγνοουμένων στην Κύπρο, οι οποίοι είχαν Αμερικανική υπηκοότητα. Με αφορμή την εξέλιξη αυτή, υπήρξε κάποια αρχική κινητικότητα με σκοπό την ανεύρεση κάποιων συγκεκριμένων προσώπων, ωστόσο η προσπάθεια αυτή έπεσε για άλλη μία φορά στο κενό, όταν η Τουρκία αρνήθηκε να συνεργαστεί στις εκταφές οι οποίες είχαν οριστεί να γίνουν με βάση τις πρώτες πληροφορίες οι οποίες είχαν συγκεντρωθεί.

Αντιδρώντας η Κυπριακή Δημοκρατία, καταγγέλλει την Τουρκία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) για μια σειρά παραβιάσεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ). Η προσφυγή οδηγεί σε καταδίκη της Τουρκίας για παραβίαση του Άρθρου 2 της ΕΣΔΑ, χωρίς αυτό στην πραγματικότητα να σημάνει κάτι στην πράξη γιατί καμία ουσιαστική εξέλιξη δεν πυροδοτήθηκε στη συνέχεια εξαιτίας αυτής της καταδίκης.

Με την πάροδο του χρόνου, το θέμα φαίνεται να ατονεί και να χάνει το ενδιαφέρον του, τόσο στην εσωτερική, όσο και στη διεθνή δημόσια πολιτική ατζέντα. Η επόμενη σοβαρή εξέλιξη στο ζήτημα των αγνοουμένων, έρχεται ως παράπλευρο γεγονός της στρατηγικής απόφασης της Τουρκίας να ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004. Οι ενταξιακοί όροι και συνθήκες σύγκλισης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, οφείλουν να αποτελούν αντικείμενο πλήρους συμφωνίας και επικύρωσης από όλα τα ήδη κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης – συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της Κύπρου. Η Κύπρος εκμεταλλευόμενη το πλεονέκτημά της αυτό, το αξιοποιεί ασκώντας πίεση στην Τουρκία για το θέμα των αγνοουμένων. Η πίεση αυτή αποφέρει αποτέλεσμα με τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στο Συμβούλιο της Ευρώπης, να δηλώνει πως η Τουρκική πλευρά είναι έτοιμη να συμμετάσχει στις έρευνες της ΔΕΑ – η οποία από εκείνη τη στιγμή και μετά αρχίζει πρακτικά να λειτουργεί.

Με βάση τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα της Επιτροπής, φαίνεται ότι το έργο της είναι περιορισμένο και μονοσήμαντο, αφορώντας αποκλειστικά τον εντοπισμό χώρων ταφής και την εκταφή των λειψάνων. Από εκεί και πέρα δεν υπάρχει καμία παράλληλη ερευνητική διαδικασία, η οποία να αφορά στην έρευνα αρχείων και ντοκουμέντων που πιθανόν να μπορούν να φωτίσουν τα πραγματικά γεγονότα και τις τύχες των αγνοουμένων προσώπων, μιας και το σχετικό υλικό καλύπτεται από υψηλό βαθμό μυστικότητας. Αν λάβει κανείς υπόψη, βάσιμες μαρτυρίες ότι ο επίσημος Τουρκικός στρατός κατέχει πλήρεις εκθέσεις για τα συμβάντα στην Κύπρο το 1974, καθώς και σειρά άλλων κρίσιμων εγγράφων και αρχείων, τότε η σημασία της έλλειψη μιας παρόμοιας παράλληλης έρευνας, γίνεται προφανής. Είναι επίσης εύκολα κατανοητό, ότι αν όντως υπάρχει τέτοιου είδους υλικό το οποίο να μπορεί να αξιοποιηθεί ερευνητικά, πιθανόν να έλυνε συνολικά το πρόβλημα των αγνοουμένων τόσο από την Τουρκοκυπριακή, όσο και από την Ελληνοκυπριακή πλευρά.