ΟΗΕ, Διεθνής Ερυθρός Σταυρός και εμπλεκόμενα κράτη -Κύπρος και Τουρκία: Γιατί κρατάτε κλειστά τα αρχεία σας για τους αγνοούμενους της τουρκικής εισβολής;

Η εξαφάνιση προσώπου αποτελεί παραβίαση των βασικών και θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. «Εκείνοι που διαπράττουν το έγκλημα, δεν είναι ένοχοι μόνο για την εξαφάνιση των αγνοουμένων, αλλά και για τη διαιώνιση της δυστυχίας των οικογενειών τους, με το να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες για την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων» (δήλωση υπουργείου Εξωτερικών, Κυπριακή Δημοκρατία, 10/2016).

Κατά τη διάρκεια και μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το καλοκαίρι του 1974, περισσότεροι από 2.000 Ελληνοκύπριοι (Ε/κ) συνελήφθησαν και κρατήθηκαν σε στρατόπεδα της Κύπρου, ή μεταφέρθηκαν παράνομα σε φυλακές της Τουρκίας ως αιχμάλωτοι πολέμου. Κάποιοι απ’ αυτούς δεν αφέθηκαν ποτέ ελεύθεροι. O αρχικός αριθμός των Ε/κ αγνοουμένων προσώπων ήταν 1.619. Από αυτούς, περί τους 1.000 στρατιώτες και άμαχος πληθυσμός, εξακολουθούν σήμερα να είναι αγνοούμενοι.

(Φωτογραφικό υλικό: Εικαστική έκθεση & Hμερίδα για τους Αγνοούμενους από τα γεγονότα της Κυπριακής Τραγωδίας, Πηγή: Αφιέρωμα στους αγνοούμενους της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το ’74 | iefimerida.gr)

Τον Φεβρουάριο του 1977, όπως διαβάζουμε σε δημοσίευμα του Ανδρέα Παράσχου, στο τεύχος 204/1995 του περιοδικού «Σελίδες», Μακάριος και Ντενκτάς συμφωνούν στη σύσταση ερευνητικού σώματος εκπροσώπων του Κυπριακού Ερυθρού Σταυρού με τη συμμετοχή των συγγενών των αγνοουμένων. Μεταξύ άλλων, συμφωνείται «να υποβληθεί στην ελληνοκυπριακή πλευρά πλήρης κατάλογος των αγνοουμένων». Ο κατάλογος αυτός, σύμφωνα με δημοσίευμα του ίδιου δημοσιογράφου, στο τεύχος 203/1995 του ίδιου περιοδικού, μέχρι το 1995 που άρχισε να λειτουργεί η Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων, δεν είχε υποβληθεί. Έντονο προβληματισμό δημιουργεί το γεγονός ότι ο κατάλογος δεν απαιτήθηκε άμεσα από την Κυπριακή πλευρά. Κατάλογος των προσώπων, των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο αρχείο της κυβερνητικής Υπηρεσίας για τους Αγνοούμενους ως πρόσωπα που η τύχη τους εξακολουθεί να είναι άγνωστη, δημοσιεύεται από το Υπουργικό Συμβούλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας μόλις τον Ιούλιο του 2000.

(Πηγή: «Το Facebook επιστρατεύει η ΔΕΑ για συλλογή στοιχείων για αγνοούμενους», Politis-news.com, 14/12/2017)

Δυστοκία παρατηρείται τελευταία αναφορικά με τον εντοπισμό αγνοουμένων, καθώς από την αρχή του 2018 η ΔΕΑ έχει προχωρήσει στην εκταφή ελάχιστων σορών[1]. Τα τελευταία δύο χρόνια προβαίνει σε δραματικές εκκλήσεις στα Μέσα ενημέρωσης (όπως διαβάζουμε στα ειδησεογραφικά sites Sigmalive, NewsIT, 24Η κ.ά), ζητώντας νέα στοιχεία για την τύχη των αγνοουμένων, αφού οι μαρτυρίες έχουν εξαντληθεί, δεν μπορούν να εντοπιστούν νέοι χώροι ταφής και συνεπώς ούτε λείψανα. Η Τουρκία συνεχίζει να κρατά τα αρχεία της ερμητικά κλειστά. Μήπως, όμως, είναι βολικό το αφήγημα των αξιωματούχων της Κυπριακής Δημοκρατίας για αποκλειστικές ευθύνες της Τουρκίας και δεν αφήνει και η ίδια από την πλευρά της, την τραγική αλήθεια να αναδυθεί στην επιφάνεια;

(Φωτογραφία: Κάτια Χριστοδούλου, ΚΥΠΕ. Πηγή: «Αγνοούμενοι της Κύπρου: Εικόνες από το εργαστήριο ταυτοποίησης των λειψάνων», protothema.gr)

Το 1996 ο τότε Τουρκοκύπριος ηγέτης Ρ. Ντενκτάς ομολογεί δημοσίως τις μαζικές εν ψυχρώ δολοφονίες Ελληνοκυπρίων αιχμαλώτων και αμάχων το 1974, αποδίδοντάς τες σε πράξεις αντεκδίκησης. Το τηλεοπτικό απόσπασμα του καναλιού ΣΙΓΜΑ μεταδιδόταν επί μέρες στα διεθνή Μέσα ενημέρωσης. Αναπάντητο, όμως, μένει το ερώτημα: H Κυπριακή κυβέρνηση ή άλλες αρχές, όπως η Γενική Εισαγγελία, γιατί δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την ομολογία Ντενκτάς; Η δημόσια συγγνώμη από πλευράς της Κυπριακής κυβέρνησης, εκ μέρους του υπουργού Εξωτερικών Ιωάννη Κασσουλίδη, προς τους συγγενείς των αγνοουμένων, για τις χρόνιες καθυστερήσεις, την κρατική αδιαφορία και τις αλληλοκατηγορίες, ήρθε 25 χρόνια μετά, τον Ιούνιο του 1999, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, στις 5/6/1999 .

«Ομολογία Ντενκτάς για τα εγκλήματα του 1974» στην τηλεόραση ΣΙΓΜΑ (πηγή:
Απόσπασμα από την ταινία «Αττίλας ’74» του Μ. Κακογιάννη)

Δεδομένης της έλλειψης προόδου στην εφαρμογή των διαφόρων συμφωνιών για τους αγνοουμένους, η Κυπριακή Κυβέρνηση προχωρά, το καλοκαίρι του 1999, στις πρώτες εκταφές και στην αναγνώριση των πρώτων λειψάνων. Παράλληλα,συστήνεται Επιτροπή Εργασίας υπό τον Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, με σκοπό να παρακολουθεί στενά το θέμα των αγνοουμένων, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, στις 11/9/1999. Πάγια θέση της Κυβέρνησης, όπως υπογραμμίζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης τον Ιούλιο του 2018, είναι η «διακρίβωση την τύχη κάθε αγνοούμενου προσώπου στη βάση συγκεκριμένων και τεκμαρτών αποδείξεων», ενώ η «υπόθεση του θανάτου» ως λύση του ανθρωπιστικού αυτού προβλήματος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ)

Το θέμα στα Ευρωπαϊκά δικαστήρια. Ένοχη για μη διεξαγωγή αποτελεσματικής έρευνας για τους αγνοούμενους η Τουρκία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είχε εξετάσει το θέμα των αγνοουμένων προσώπων μετά από τέσσερις προσφυγές της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας (Προσφυγές υπ’ αρ, 67801/74, 6950/75, 8007/77, 25781/94). Οι εκθέσεις της, που υιοθετήθηκαν αντίστοιχα το 1976, 1983 και 1999, τόνιζαν ότι η Τουρκία είχε παραβιάσει θεμελιώδη άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην 4η Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου κατά της Τουρκίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) αποφάσισε στις 10 Μαΐου 2001 ότι α) οι Τουρκικές αρχές δεν είχαν ποτέ διερευνήσει τους ισχυρισμούς συγγενών ότι αγνοούμενοι είχαν εξαφανιστεί μετά από κράτησή τους υπό συνθήκες που δημιουργούσαν πραγματική ανησυχία για την ασφάλειά τους, β) η αποτυχία αυτή της Τουρκίας, ήταν μια συνεχής παραβίαση των διαδικαστικών υποχρεώσεων σύμφωνα με το Άρθρο 2 της Σύμβασης για την προστασία του δικαιώματος ζωής. Το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, κατέληξε ότι «η σιωπή των αρχών… ενόψει των πραγματικών ανησυχιών των συγγενών των αγνοουμένων φθάνει σε τέτοιο επίπεδο σοβαρότητας, το οποίο μπορεί να κατηγοριοποιηθεί μόνο ως απάνθρωπη μεταχείριση εντός της έννοιας του Άρθρου 3». 

«Στο εδώλιο του ΕΔΑΔ ξανά η Τουρκία για την Κύπρο», Πηγή: Ant1, 26/03/2013)

Δεκαοκτώ χρόνια μετά την απόφαση του ΕΔΑΔ, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Η Τουρκία δεν ανοίγει τα αρχεία της, δεν συναινεί στις διερευνητικές έρευνες της ΔΕΑ, δεν συνηγορεί στο να δοθεί πρόσβαση σε αρχεία των Ηνωμένων Εθνών που την αφορούν. Σε ό,τι αφορά τον ΟΗΕ, σύμφωνα με πρόσφατες δηλώσεις του Επίτροπου Προεδρίας, κ. Φ. Φωτίου, «η μελέτη αυτών των αρχείων του ΟΗΕ έπρεπε να είχε γίνει χρόνια πριν», αλλά «μόλις πριν δύο χρόνια μας επέτρεψαν τη μελέτη αρχείων της ΟΥΝΦΙΚΥΠ… μετά από πολλές πιέσεις».

Καταληκτικά σχόλια: Το κεφάλαιο «Αγνοούμενοι» παραμένει για την Κύπρο μία ανοιχτή πληγή. Ιδιαίτερα για τους συγγενείς των αγνοουμένων, που δεν φαίνεται να μπορούν να ξεχάσουν. Οι διεθνείς οργανισμοί αφήνουν την Τουρκία άμοιρη των ευθυνών της, χωρίς να ασκούν πιέσεις να δώσει πληροφορίες για το ανθρωπιστικό αυτό ζήτημα. Η παρεμπόδιση των ερευνών από πλευράς της Τουρκίας είναι, αν μη τι άλλο, εγκληματική. Eυθύνη, όμως, φέρει και η κυπριακή κυβέρνηση. Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων παραμένει ερώτημα κατά πόσον θα έπρεπε η ελληνοκυπριακή πλευρά να ασκεί μεγαλύτερη πίεση να εφαρμοστεί το διεθνές δίκαιο, ώστε και οι συγγενείς των αγνοουμένων, 45 έστω χρόνια μετά, να μάθουν τις τύχες των αγαπημένων τους προσώπων.


[1] Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΕΑ, το πρώτο τετράμηνο του 2018 ταυτοποιήθηκαν οι σοροί 13 ατόμων (12 Ελληνοκυπρίων), σε σχέση με τους 118 το 2017 και 115 το 2016. Σύμφωνα με δικά της στοιχεία ο αριθμός των αγνοουμένων ήταν 2.002: 1.510 Ελληνοκύπριοι (Ε/κ) και 492 Τουρκοκύπριοι (Τ/κ). Συνολικά, ο αριθμός των Ε/κ αγνοουμένων που ταυτοποιήθηκαν ανέρχεται σε 659, ενώ 851 συνεχίζουν να αγνοούνται. Ο αντίστοιχος αριθμός των Τ/κ που ταυτοποιήθηκαν ανέρχεται σε 211, ενώ 281 δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί.


Βιβλιογραφία:

  • Περιοδικό «Σελίδες», τεύχος αρ. 204/1995, άρθρο του Ανδρέα Παράσχου.
  • Περιοδικό «Σελίδες», τεύχος αρ. 203/1995, άρθρο του Ανδρέα Παράσχου.
  • Εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος», Άρθρο του Σάββα Ιακωβίδη, «Πόσοι οφείλουν συγγνώμη στους συγγενείς των αγνοουμένων;» 5/6/1999.
  • Δημοσίευμα στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος», 11/9/1999.
  • Λάμπρου, Γ., 2008, «Ιστορία του κυπριακού : τα χρόνια μετά την ανεξαρτησία 1960-2008», Εκδόσεις Πάργα.
  • Παγκύπρια Οργάνωση Συγγενών Αδήλωτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων, «Το Ανθρωπιστικό Θέμα των Αγνοουμένων της Κύπρου», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://www.missing-cy.org.cy/el/history
  • Υπουργείο Εξωτερικών, Κυπριακή Δημοκρατία, «Το Κυπριακό Πρόβλημα», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο:  http://www.mfa.gov.cy/mfa/mfa2016.nsf/mfa08_gr/mfa08_gr?OpenDocument
  • Παγκύπρια Οργάνωσης Συγγενών Αδηλώτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων, Άρθρα, Νέα & Ανακοινώσεις, Ιστοχώρος: http://www.missing-cy.org.cy

Πολιτιστική Κληρονομιά: η άλλη όψη του νομίσματος

(πηγή: Ντοκιμαντέρ Ίχνη, παραγωγή: Advanced Media Institute, 2018)

«Η πρόκληση βλάβης στα πολιτιστικά αγαθά οποιουδήποτε λαού σημαίνει βλάβη στην πολιτιστική κληρονομιά ολόκληρης της ανθρωπότητας»

Προοίμιο της Σύμβασης της Χάγης για την
Προστασία των Πολιτιστικών Αγαθών σε Περίπτωση Ένοπλης Σύρραξης (1954)

 

Στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων -της Ευρώπης, της Αφρικής και της Ασίας- βρίσκεται η Κύπρος, το μεγαλύτερο νησί της Ανατολικής Μεσογείου. Ανάμεσα σε σπουδαίους άλλους πολιτισμούς και με ιστορία 10.000 χρόνων, η Κύπρος διαθέτει μια πλούσια και τεράστια πολιτιστική κληρονομιά. Από το καλοκαίρι του 1974, όμως, στο νησί διαπράττεται ένα διπλό διεθνές έγκλημα: η Τουρκία εισβάλλει στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας και έκτοτε κατέχει το 36% της επικράτειάς της. Ταυτόχρονα, επιδίδεται σε συστηματική καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στις υπό την κατοχή περιοχές.

«Η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομίας της Κύπρου», παραγωγή: Ένωση Δήμων Κύπρου. «Πέρα από τον ανθρώπινο πόνο και τις κοινωνικές, οικονομικές και εθνολογικές συνέπειες, η συστηματική πολιτιστική καταστροφή στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου είναι μία ακόμη ανοιχτή πληγή της τουρκικής εισβολής, και σε πολλές πτυχές της, δυστυχώς, ανεπανόρθωτη».

Εν αρχή ην ο λόγος. Το κατοχικό καθεστώς εργάζεται συστηματικά για να εξαφανίσει από την κατεχόμενη Κύπρο το ελληνικό και χριστιανικό παρελθόν της. Κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου και ψηφισμάτων του ΟΗΕ (Αρ. 16, 3η διεθνής διάσκεψη για την Τυποποίηση Γεωγραφικών Ονομάτων, 1977) στα κατεχόμενα αντικαθίστανται όλες οι ελληνικές ονομασίες πόλεων, χωριών και δρόμων με τουρκικές ονομασίες. Η ελληνική γλώσσα επιβιώνει σήμερα μόνο σε ελάχιστες αρχαίες επιγραφές που διασώζονται, στις ταφόπλακες κοιμητηρίων, στις οδούς της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου και στο στόμα των ελάχιστων πλέον Ελληνοκυπρίων εγκλωβισμένων (Ιακωβίδης, 2016).

(Φωτογραφία: Γιάννης Νησιώτης, Άρθρο: «Βεβηλώνουν και λεηλατούν τα κοιμητήρια» της Μαριλένας Παναγή. Πηγή: Philenews.com)

Η  μεθοδική  καταστροφή  των  μνημείων  και  θησαυρών  της  πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου, όπως και κάθε άλλης χώρας σε εμπόλεμες περιοχές (βλέπε πρόσφατα Συρία, Ιράκ, κ.ά.), προκαλεί ηθική και υλική βλάβη σε έναν πολιτισμό, αφού τον καταδικάζει στον άμεσο εκφυλισμό του (Χαΐνογλου, 2015: 219). Υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πολιτιστικό ζήτημα, που απασχολεί πολιτισμικούς φορείς, αρχαιολόγους, ιστορικούς και συντηρητές τέχνης, αλλά και ως ζήτημα διεθνούς ασφάλειας. Στην κατεχόμενη Κύπρο, πολύτιμα εκκλησιαστικά και αρχαιολογικά μνημεία και αντικείμενα, τα οποία ανήκουν στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, εξακολουθούν να κινδυνεύουν.

Η Πρόεδρος της Διάσκεψης των Προέδρων των Επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Cecilia Wikström, στην παρουσία της στην Έκθεση υπό τον τίτλο «Κύπρος: Ένας ευρωπαϊκός πολιτισμός σε κίνδυνο», που οργανώθηκε στις 7 Μαΐου 2018, τόνισε ότι «η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου δεν είναι ζήτημα που αφορά μόνο τους Κύπριους, αλλά επηρεάζει ολόκληρη την Ευρωπαϊκή κοινότητα» και κάλεσε «όλους να συμβάλουν στην ευαισθητοποίηση του κοινού για την καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ευρώπης στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου, που θα πρέπει να τερματιστεί».

Σύμφωνα με το Τμήμα Αρχαιοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου είναι συνολικά κηρυγμένα, με βάση τον Περί Αρχαιοτήτων Νόμο, 198 μνημεία. Εκατοντάδες άλλα μνημεία και αρχαιολογικοί χώροι που είχαν εντοπιστεί, δεν περιλαμβάνονται στον Νόμο, αφού η σχετική έρευνα δεν ολοκληρώθηκε εξαιτίας της τούρκικης εισβολής. Πολλά μνημεία, έχουν ήδη λεηλατηθεί, χαθεί και βεβηλωθεί. Σύμφωνα με στοιχεία του κυπριακού υπουργείου Εξωτερικών, πάνω από 500 εκκλησίες και μοναστήρια λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν: εκκλησίες μετατράπηκαν σε μουσουλμανικά τεμένη, μουσεία, χώρους διασκέδασης, ακόμα και σε ξενοδοχεία, όπως η Αγία Αναστασία της Λαπήθου, ενώ μοναστήρια (του Αγίου Χρυσοστόμου στον Πενταδάκτυλο, της Αχεροποιήτου στον Καραβά, του Αγίου Παντελεήμονα στη Μύρτου) μετατράπηκαν σε τουρκικά στρατόπεδα. Περισσότερες από 15.000 εικόνες αγίων, αμέτρητα ιερά τελετουργικά σκεύη και άλλα αντικείμενα μεγάλης αξίας έχουν εξαφανιστεί από τα κατεχόμενα εδάφη.

Περίφημες βυζαντινές τοιχογραφίες και ψηφιδωτά σπάνιας τέχνης και αξίας αποτοιχίστηκαν από Τούρκους αρχαιοκάπηλους και πωλήθηκαν παράνομα σε ιδιωτικές συλλογές. Παράλληλα, νεολιθικοί οικισμοί, όπως του Αποστόλου Ανδρέα – Κάστρος (6η χιλιετία π.Χ.) καταστρέφονται και ιστορικές πόλεις, όπως η Έγκωμη (περί τα 1400 π.Χ.) και οι αρχαίες πολιτείες της Σαλαμίνας και των Σόλων αφήνονται, από το κατοχικό καθεστώς, στη φθορά του χρόνου.

(Φωτογραφίες: Φωτογραφικό Αρχείο Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, Φωτογραφικό Αρχείο Αρχαιολογικού Μουσείου Κύπρου, πηγή: «Ένας Πολιτισμός Χάνεται: Καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στην κατεχόμενη Κύπρο», έκδοση του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών)

Τι μέλλει γενέσθαι; Το καλοκαίρι του 1974, 17 ξένες και πέντε κυπριακές αποστολές διεξήγαγαν στην Κύπρο αρχαιολογικές έρευνες. Έκτοτε, έχει ανασταλεί κάθε νόμιμη έρευνα στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού και η Κυπριακή Πολιτεία -Κυβέρνηση, Εκκλησία και ιδιώτες- καταβάλλει συνεχείς προσπάθειες για τον επαναπατρισμό απολεσθέντων αντικειμένων της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ορισμένα από αυτά έχουν επαναπατρισθεί (πρόσφατα, τέσσερις αποτοιχισμένες τοιχογραφίες από κατεχόμενες εκκλησίες επαναπατρίσθηκαν από τη Χάγη και το ψηφιδωτό του Αποστόλου Μάρκου που κοσμούσε την αψίδα της κατεχόμενης εκκλησίας της Παναγίας Κανακαρίας στη Λυθράγκωμη επεστράφη από το Μονακό), χάρη σε δικαστικές διαμάχες, αλλά και ιδιωτικές πρωτοβουλίες.

Στις κατεχόμενες περιοχές, όμως, συνεχίζεται απροκάλυπτα η αρχαιοκαπηλία και οι παράνομες ανασκαφές. Παρά τις συμβατικές υποχρεώσεις της Τουρκίας, που πηγάζουν από τις Διεθνείς Συμβάσεις, στις οποίες είναι συμβαλλόμενο μέρος (π.χ. Σύσταση της Γενικής Συνδιάσκεψης της UNESCO του 1964 για τα μέτρα παρεμπόδισης της εξαγωγής, εισαγωγής και μεταβίβασης των παράνομα κτηθέντων πολιτιστικών αγαθών, Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1969 για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς), η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στην κατεχόμενη Κύπρο συνεχίζεται…

Βιβλιογραφία:

Κύπρος: ακόμα υπό κατοχή, ακόμα πρόσφυγες, εγκλωβισμένοι & αγνοούμενοι

Ιούλιος 1974: Η Τουρκία εισβάλλει στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραβιάζοντας τις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου, καταπατώντας τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Με αρχή το ψήφισμα 353 της 20ής Ιουλίου 1974 του Συμβουλίου Ασφαλείας, ο ΟΗΕ κάνει εκκλήσεις για «άμεσο τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης στην Κυπριακή Δημοκρατία» και για «απομάκρυνση χωρίς καθυστέρηση του ξένου στρατιωτικού προσωπικού που η παρουσία του δεν προβλέπεται από διεθνείς συμφωνίες». Έκτοτε, το «Κυπριακό πρόβλημα» αποζητά ακόμα μια δίκαιη λύση.

Πλάνα από την τουρκική εισβολή του 1974 (πηγή: Sigmalive.com)

Φεβρουάριος 2019: 45 χρόνια Τουρκικής κατοχής και η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη. Το 36% των εδαφών του νησιού βρίσκονται υπό τον έλεγχο των κατοχικών δυνάμεων.

1619 αγνοούμενοι, μεταξύ των οποίων γυναίκες και μικρά παιδιά. Πρόκειται ένα από τα πιο τραγικά αφηγήματα του δράματος της Κύπρου, αφού οι οικογένειες των περισσοτέρων δεν γνωρίζουν ακόμη την τύχη των δικών τους ανθρώπων. Στρατιώτες και άμαχος πληθυσμός συνελήφθησαν κατά την εισβολή και μετά τη λήξη των εχθροπραξιών εξαφανίστηκαν. Υπάρχουν σημαντικές μαρτυρίες για αριθμό Ελληνοκύπριων αγνοουμένων, των οποίων τα ίχνη χάνονται στις φυλακές της Τουρκίας, όπου κρατήθηκαν ως αιχμάλωτοι πολέμου. Η Τουρκία κρατά τα αρχεία της ερμητικά κλειστά…

1619 ήταν οι Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι της τουρκικής εισβολής (πηγή: cyprustimes.com)

Τον Απρίλιο του 1981 συστήνεται τριμελής Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους (ΔΕΑ), αποτελούμενη από έναν αντιπρόσωπο της ελληνοκυπριακής κοινότητας, έναν της τουρκοκυπριακής και ένα τρίτο μέλος, που υποδεικνύεται από τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού και διορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ. Για δύο δεκαετίες γίνονται έρευνες, συλλέγονται δείγματα αίματος από τους συγγενείς για τις ταυτοποιήσεις και το 2006 αρχίζουν οι ανασκαφές και εκταφές και στις δύο πλευρές του νησιού. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της τελευταίας έκθεσης της ΔΕΑ (Ιούλιος 2018, Philenews), το 2006 ο συνολικός αριθμός των αγνοουμένων (Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων) ανερχόταν σε 2002 άτομα, μέχρι το 2018 είχαν εκταφεί 1211 σωροί και ταυτοποιήθηκαν 889 άτομα. Ανά κοινότητα έχουν ταυτοποιηθεί συνολικά 664 Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι και 225 Τουρκοκύπριοι ακόμη αγνοούνται.

Στοιχεία ταυτοποιήσεων από τη Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων (πηγή: Alpha Cyprus, 29/10/2018)

Η θέση της Κυπριακής Κυβέρνησης παραμένει σταθερή ότι οι συγγενείς των αγνοουμένων έχουν κάθε δικαίωμα να γνωρίζουν την αλήθεια αναφορικά με την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων. Μπορεί ένας κύκλος να ολοκληρώνεται με την ταυτοποίηση και την επιστροφή των λειψάνων τους στις οικογένειές τους, όμως, τα ερωτήματα για την τραγική τους κατάληξη παραμένουν αναπάντητα…

Ανοιχτή πληγή για την Κύπρο αποτελούν και περισσότεροι από 400 Ελληνοκύπριοι και Μαρωνίτες, από τις 20.000 που αριθμούσαν στο τέλος Αυγούστου του 1974, οι οποίοι παραμένουν ακόμη εγκλωβισμένοι στα κατεχόμενα χωριά τους. Μετά από πιέσεις της Κυπριακής κυβέρνησης, που ήγειρε το θέμα στις διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ τον Αύγουστο του 1975 στη Βιέννη, και εκκλήσεις της διεθνούς κοινότητας, η τουρκοκυπριακή πλευρά συμφώνησε σε μέτρα για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των εγκλωβισμένων, ώστε να έχουν μια «φυσιολογική» ζωή. Αλλά η Τουρκία συνεχίζει τις τακτικές εκφοβισμού, στερήσεων και καταπίεσης (άρνηση πρόσβασης σε επαρκή ιατρική περίθαλψη, άρνηση σε κατάλληλες εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις, λογοκρισία των σχολικών βιβλίων κ.λπ. σύμφωνα με μαρτυρίες εγκλωβισμένων), με αποτέλεσμα σήμερα, μόλις 403 άτομα να παραμένουν στα κατεχόμενα σπίτια τους, πίσω από την «πράσινη γραμμή».

«Οι εγκλωβισμένοι μαθητές στο κατεχόμενο Ριζοκάρπασο συνεχίζουν να κάνουν όνειρα» (πηγή: Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, AMNAWebTV)

Η 20η Ιουνίου είναι η Διεθνής Ημέρα Προσφύγων. Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα «Global Trends» της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, μέχρι το τέλος του 2017 «68,5 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν συνολικά εκτοπιστεί βίαια από τα σπίτια τους σε ολόκληρο τον κόσμο, δηλαδή 44.500 άτομα εκτοπίζονται κάθε μέρα, ένας άνθρωπος εκτοπίζεται κάθε δύο δευτερόλεπτα». Η λέξη «πρόσφυγας» δεν είναι άγνωστη για την Κύπρο. 200.000 Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν το καλοκαίρι του 1974 από τα σπίτια τους στις κατεχόμενες περιοχές και είναι ακόμη και σήμερα πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΕΔΑΔ), εξετάζοντας το θέμα των προσφύγων, αποφάσισε στις 10 Μαΐου 2001 ότι η Τουρκία παραβίασε άρθρα της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στέρησε στους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες το δικαίωμα πρόσβασης και χρήσης των περιουσιών τους. Η Τουρκία, και σ’ αυτό το θέμα, εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται. Η απόσταση του χρόνου, 45 χρόνια μετά, δεν έχει φέρει τη λήθη, αλλά οι συνθήκες της εποχής ίσως έχουν ξεθωριάσει τη μνήμη στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας.

Όταν γίνεται λόγος διεθνώς για πρόσφυγες, ποιοι και πόσοι άραγε θυμούνται τους πρόσφυγες της Κύπρου;

 



Βιβλιογραφία:

  • Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Κυπριακή Δημοκρατία, «Κύπρος: ακόμα υπό κατοχή, ακόμα διαιρεμένη, 1974-2018», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://flipbooks.pio.gov.cy/Leaflets/2018/Cyprus%201974-2018/EL/2/
  • Κυπριακός Ερυθρός Σταυρός, «Πρόσφυγες και Εγκλωβισμένοι», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://www.redcross.org.cy/el/what-we-do/refugees-and-enclaved-persons
  • Λάμπρου, Γ., 2008, «Ιστορία του κυπριακού : τα χρόνια μετά την ανεξαρτησία 1960-2008», Εκδόσεις Πάργα.
  • Παγκύπρια Οργάνωση Συγγενών Αδήλωτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων, «Το Ανθρωπιστικό Θέμα των Αγνοουμένων της Κύπρου», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://www.missing-cy.org.cy/el/history
  • Υπουργείο Εξωτερικών, Κυπριακή Δημοκρατία, «Το Κυπριακό Πρόβλημα», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://www.mfa.gov.cy/mfa/mfa2016.nsf/mfa08_gr/mfa08_gr?OpenDocument