ΟΗΕ, Διεθνής Ερυθρός Σταυρός και εμπλεκόμενα κράτη -Κύπρος και Τουρκία: Γιατί κρατάτε κλειστά τα αρχεία σας για τους αγνοούμενους της τουρκικής εισβολής;

Η εξαφάνιση προσώπου αποτελεί παραβίαση των βασικών και θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. «Εκείνοι που διαπράττουν το έγκλημα, δεν είναι ένοχοι μόνο για την εξαφάνιση των αγνοουμένων, αλλά και για τη διαιώνιση της δυστυχίας των οικογενειών τους, με το να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες για την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων» (δήλωση υπουργείου Εξωτερικών, Κυπριακή Δημοκρατία, 10/2016).

Κατά τη διάρκεια και μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το καλοκαίρι του 1974, περισσότεροι από 2.000 Ελληνοκύπριοι (Ε/κ) συνελήφθησαν και κρατήθηκαν σε στρατόπεδα της Κύπρου, ή μεταφέρθηκαν παράνομα σε φυλακές της Τουρκίας ως αιχμάλωτοι πολέμου. Κάποιοι απ’ αυτούς δεν αφέθηκαν ποτέ ελεύθεροι. O αρχικός αριθμός των Ε/κ αγνοουμένων προσώπων ήταν 1.619. Από αυτούς, περί τους 1.000 στρατιώτες και άμαχος πληθυσμός, εξακολουθούν σήμερα να είναι αγνοούμενοι.

(Φωτογραφικό υλικό: Εικαστική έκθεση & Hμερίδα για τους Αγνοούμενους από τα γεγονότα της Κυπριακής Τραγωδίας, Πηγή: Αφιέρωμα στους αγνοούμενους της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το ’74 | iefimerida.gr)

Τον Φεβρουάριο του 1977, όπως διαβάζουμε σε δημοσίευμα του Ανδρέα Παράσχου, στο τεύχος 204/1995 του περιοδικού «Σελίδες», Μακάριος και Ντενκτάς συμφωνούν στη σύσταση ερευνητικού σώματος εκπροσώπων του Κυπριακού Ερυθρού Σταυρού με τη συμμετοχή των συγγενών των αγνοουμένων. Μεταξύ άλλων, συμφωνείται «να υποβληθεί στην ελληνοκυπριακή πλευρά πλήρης κατάλογος των αγνοουμένων». Ο κατάλογος αυτός, σύμφωνα με δημοσίευμα του ίδιου δημοσιογράφου, στο τεύχος 203/1995 του ίδιου περιοδικού, μέχρι το 1995 που άρχισε να λειτουργεί η Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων, δεν είχε υποβληθεί. Έντονο προβληματισμό δημιουργεί το γεγονός ότι ο κατάλογος δεν απαιτήθηκε άμεσα από την Κυπριακή πλευρά. Κατάλογος των προσώπων, των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο αρχείο της κυβερνητικής Υπηρεσίας για τους Αγνοούμενους ως πρόσωπα που η τύχη τους εξακολουθεί να είναι άγνωστη, δημοσιεύεται από το Υπουργικό Συμβούλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας μόλις τον Ιούλιο του 2000.

(Πηγή: «Το Facebook επιστρατεύει η ΔΕΑ για συλλογή στοιχείων για αγνοούμενους», Politis-news.com, 14/12/2017)

Δυστοκία παρατηρείται τελευταία αναφορικά με τον εντοπισμό αγνοουμένων, καθώς από την αρχή του 2018 η ΔΕΑ έχει προχωρήσει στην εκταφή ελάχιστων σορών[1]. Τα τελευταία δύο χρόνια προβαίνει σε δραματικές εκκλήσεις στα Μέσα ενημέρωσης (όπως διαβάζουμε στα ειδησεογραφικά sites Sigmalive, NewsIT, 24Η κ.ά), ζητώντας νέα στοιχεία για την τύχη των αγνοουμένων, αφού οι μαρτυρίες έχουν εξαντληθεί, δεν μπορούν να εντοπιστούν νέοι χώροι ταφής και συνεπώς ούτε λείψανα. Η Τουρκία συνεχίζει να κρατά τα αρχεία της ερμητικά κλειστά. Μήπως, όμως, είναι βολικό το αφήγημα των αξιωματούχων της Κυπριακής Δημοκρατίας για αποκλειστικές ευθύνες της Τουρκίας και δεν αφήνει και η ίδια από την πλευρά της, την τραγική αλήθεια να αναδυθεί στην επιφάνεια;

(Φωτογραφία: Κάτια Χριστοδούλου, ΚΥΠΕ. Πηγή: «Αγνοούμενοι της Κύπρου: Εικόνες από το εργαστήριο ταυτοποίησης των λειψάνων», protothema.gr)

Το 1996 ο τότε Τουρκοκύπριος ηγέτης Ρ. Ντενκτάς ομολογεί δημοσίως τις μαζικές εν ψυχρώ δολοφονίες Ελληνοκυπρίων αιχμαλώτων και αμάχων το 1974, αποδίδοντάς τες σε πράξεις αντεκδίκησης. Το τηλεοπτικό απόσπασμα του καναλιού ΣΙΓΜΑ μεταδιδόταν επί μέρες στα διεθνή Μέσα ενημέρωσης. Αναπάντητο, όμως, μένει το ερώτημα: H Κυπριακή κυβέρνηση ή άλλες αρχές, όπως η Γενική Εισαγγελία, γιατί δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την ομολογία Ντενκτάς; Η δημόσια συγγνώμη από πλευράς της Κυπριακής κυβέρνησης, εκ μέρους του υπουργού Εξωτερικών Ιωάννη Κασσουλίδη, προς τους συγγενείς των αγνοουμένων, για τις χρόνιες καθυστερήσεις, την κρατική αδιαφορία και τις αλληλοκατηγορίες, ήρθε 25 χρόνια μετά, τον Ιούνιο του 1999, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, στις 5/6/1999 .

«Ομολογία Ντενκτάς για τα εγκλήματα του 1974» στην τηλεόραση ΣΙΓΜΑ (πηγή:
Απόσπασμα από την ταινία «Αττίλας ’74» του Μ. Κακογιάννη)

Δεδομένης της έλλειψης προόδου στην εφαρμογή των διαφόρων συμφωνιών για τους αγνοουμένους, η Κυπριακή Κυβέρνηση προχωρά, το καλοκαίρι του 1999, στις πρώτες εκταφές και στην αναγνώριση των πρώτων λειψάνων. Παράλληλα,συστήνεται Επιτροπή Εργασίας υπό τον Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, με σκοπό να παρακολουθεί στενά το θέμα των αγνοουμένων, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, στις 11/9/1999. Πάγια θέση της Κυβέρνησης, όπως υπογραμμίζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης τον Ιούλιο του 2018, είναι η «διακρίβωση την τύχη κάθε αγνοούμενου προσώπου στη βάση συγκεκριμένων και τεκμαρτών αποδείξεων», ενώ η «υπόθεση του θανάτου» ως λύση του ανθρωπιστικού αυτού προβλήματος δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ)

Το θέμα στα Ευρωπαϊκά δικαστήρια. Ένοχη για μη διεξαγωγή αποτελεσματικής έρευνας για τους αγνοούμενους η Τουρκία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είχε εξετάσει το θέμα των αγνοουμένων προσώπων μετά από τέσσερις προσφυγές της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας (Προσφυγές υπ’ αρ, 67801/74, 6950/75, 8007/77, 25781/94). Οι εκθέσεις της, που υιοθετήθηκαν αντίστοιχα το 1976, 1983 και 1999, τόνιζαν ότι η Τουρκία είχε παραβιάσει θεμελιώδη άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην 4η Διακρατική Προσφυγή της Κύπρου κατά της Τουρκίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) αποφάσισε στις 10 Μαΐου 2001 ότι α) οι Τουρκικές αρχές δεν είχαν ποτέ διερευνήσει τους ισχυρισμούς συγγενών ότι αγνοούμενοι είχαν εξαφανιστεί μετά από κράτησή τους υπό συνθήκες που δημιουργούσαν πραγματική ανησυχία για την ασφάλειά τους, β) η αποτυχία αυτή της Τουρκίας, ήταν μια συνεχής παραβίαση των διαδικαστικών υποχρεώσεων σύμφωνα με το Άρθρο 2 της Σύμβασης για την προστασία του δικαιώματος ζωής. Το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, κατέληξε ότι «η σιωπή των αρχών… ενόψει των πραγματικών ανησυχιών των συγγενών των αγνοουμένων φθάνει σε τέτοιο επίπεδο σοβαρότητας, το οποίο μπορεί να κατηγοριοποιηθεί μόνο ως απάνθρωπη μεταχείριση εντός της έννοιας του Άρθρου 3». 

«Στο εδώλιο του ΕΔΑΔ ξανά η Τουρκία για την Κύπρο», Πηγή: Ant1, 26/03/2013)

Δεκαοκτώ χρόνια μετά την απόφαση του ΕΔΑΔ, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Η Τουρκία δεν ανοίγει τα αρχεία της, δεν συναινεί στις διερευνητικές έρευνες της ΔΕΑ, δεν συνηγορεί στο να δοθεί πρόσβαση σε αρχεία των Ηνωμένων Εθνών που την αφορούν. Σε ό,τι αφορά τον ΟΗΕ, σύμφωνα με πρόσφατες δηλώσεις του Επίτροπου Προεδρίας, κ. Φ. Φωτίου, «η μελέτη αυτών των αρχείων του ΟΗΕ έπρεπε να είχε γίνει χρόνια πριν», αλλά «μόλις πριν δύο χρόνια μας επέτρεψαν τη μελέτη αρχείων της ΟΥΝΦΙΚΥΠ… μετά από πολλές πιέσεις».

Καταληκτικά σχόλια: Το κεφάλαιο «Αγνοούμενοι» παραμένει για την Κύπρο μία ανοιχτή πληγή. Ιδιαίτερα για τους συγγενείς των αγνοουμένων, που δεν φαίνεται να μπορούν να ξεχάσουν. Οι διεθνείς οργανισμοί αφήνουν την Τουρκία άμοιρη των ευθυνών της, χωρίς να ασκούν πιέσεις να δώσει πληροφορίες για το ανθρωπιστικό αυτό ζήτημα. Η παρεμπόδιση των ερευνών από πλευράς της Τουρκίας είναι, αν μη τι άλλο, εγκληματική. Eυθύνη, όμως, φέρει και η κυπριακή κυβέρνηση. Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων παραμένει ερώτημα κατά πόσον θα έπρεπε η ελληνοκυπριακή πλευρά να ασκεί μεγαλύτερη πίεση να εφαρμοστεί το διεθνές δίκαιο, ώστε και οι συγγενείς των αγνοουμένων, 45 έστω χρόνια μετά, να μάθουν τις τύχες των αγαπημένων τους προσώπων.


[1] Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΕΑ, το πρώτο τετράμηνο του 2018 ταυτοποιήθηκαν οι σοροί 13 ατόμων (12 Ελληνοκυπρίων), σε σχέση με τους 118 το 2017 και 115 το 2016. Σύμφωνα με δικά της στοιχεία ο αριθμός των αγνοουμένων ήταν 2.002: 1.510 Ελληνοκύπριοι (Ε/κ) και 492 Τουρκοκύπριοι (Τ/κ). Συνολικά, ο αριθμός των Ε/κ αγνοουμένων που ταυτοποιήθηκαν ανέρχεται σε 659, ενώ 851 συνεχίζουν να αγνοούνται. Ο αντίστοιχος αριθμός των Τ/κ που ταυτοποιήθηκαν ανέρχεται σε 211, ενώ 281 δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί.


Βιβλιογραφία:

  • Περιοδικό «Σελίδες», τεύχος αρ. 204/1995, άρθρο του Ανδρέα Παράσχου.
  • Περιοδικό «Σελίδες», τεύχος αρ. 203/1995, άρθρο του Ανδρέα Παράσχου.
  • Εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος», Άρθρο του Σάββα Ιακωβίδη, «Πόσοι οφείλουν συγγνώμη στους συγγενείς των αγνοουμένων;» 5/6/1999.
  • Δημοσίευμα στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος», 11/9/1999.
  • Λάμπρου, Γ., 2008, «Ιστορία του κυπριακού : τα χρόνια μετά την ανεξαρτησία 1960-2008», Εκδόσεις Πάργα.
  • Παγκύπρια Οργάνωση Συγγενών Αδήλωτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων, «Το Ανθρωπιστικό Θέμα των Αγνοουμένων της Κύπρου», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://www.missing-cy.org.cy/el/history
  • Υπουργείο Εξωτερικών, Κυπριακή Δημοκρατία, «Το Κυπριακό Πρόβλημα», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο:  http://www.mfa.gov.cy/mfa/mfa2016.nsf/mfa08_gr/mfa08_gr?OpenDocument
  • Παγκύπρια Οργάνωσης Συγγενών Αδηλώτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων, Άρθρα, Νέα & Ανακοινώσεις, Ιστοχώρος: http://www.missing-cy.org.cy

Πολιτιστική Κληρονομιά: η άλλη όψη του νομίσματος

(πηγή: Ντοκιμαντέρ Ίχνη, παραγωγή: Advanced Media Institute, 2018)

«Η πρόκληση βλάβης στα πολιτιστικά αγαθά οποιουδήποτε λαού σημαίνει βλάβη στην πολιτιστική κληρονομιά ολόκληρης της ανθρωπότητας»

Προοίμιο της Σύμβασης της Χάγης για την
Προστασία των Πολιτιστικών Αγαθών σε Περίπτωση Ένοπλης Σύρραξης (1954)

 

Στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων -της Ευρώπης, της Αφρικής και της Ασίας- βρίσκεται η Κύπρος, το μεγαλύτερο νησί της Ανατολικής Μεσογείου. Ανάμεσα σε σπουδαίους άλλους πολιτισμούς και με ιστορία 10.000 χρόνων, η Κύπρος διαθέτει μια πλούσια και τεράστια πολιτιστική κληρονομιά. Από το καλοκαίρι του 1974, όμως, στο νησί διαπράττεται ένα διπλό διεθνές έγκλημα: η Τουρκία εισβάλλει στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας και έκτοτε κατέχει το 36% της επικράτειάς της. Ταυτόχρονα, επιδίδεται σε συστηματική καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στις υπό την κατοχή περιοχές.

«Η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομίας της Κύπρου», παραγωγή: Ένωση Δήμων Κύπρου. «Πέρα από τον ανθρώπινο πόνο και τις κοινωνικές, οικονομικές και εθνολογικές συνέπειες, η συστηματική πολιτιστική καταστροφή στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου είναι μία ακόμη ανοιχτή πληγή της τουρκικής εισβολής, και σε πολλές πτυχές της, δυστυχώς, ανεπανόρθωτη».

Εν αρχή ην ο λόγος. Το κατοχικό καθεστώς εργάζεται συστηματικά για να εξαφανίσει από την κατεχόμενη Κύπρο το ελληνικό και χριστιανικό παρελθόν της. Κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου και ψηφισμάτων του ΟΗΕ (Αρ. 16, 3η διεθνής διάσκεψη για την Τυποποίηση Γεωγραφικών Ονομάτων, 1977) στα κατεχόμενα αντικαθίστανται όλες οι ελληνικές ονομασίες πόλεων, χωριών και δρόμων με τουρκικές ονομασίες. Η ελληνική γλώσσα επιβιώνει σήμερα μόνο σε ελάχιστες αρχαίες επιγραφές που διασώζονται, στις ταφόπλακες κοιμητηρίων, στις οδούς της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου και στο στόμα των ελάχιστων πλέον Ελληνοκυπρίων εγκλωβισμένων (Ιακωβίδης, 2016).

(Φωτογραφία: Γιάννης Νησιώτης, Άρθρο: «Βεβηλώνουν και λεηλατούν τα κοιμητήρια» της Μαριλένας Παναγή. Πηγή: Philenews.com)

Η  μεθοδική  καταστροφή  των  μνημείων  και  θησαυρών  της  πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου, όπως και κάθε άλλης χώρας σε εμπόλεμες περιοχές (βλέπε πρόσφατα Συρία, Ιράκ, κ.ά.), προκαλεί ηθική και υλική βλάβη σε έναν πολιτισμό, αφού τον καταδικάζει στον άμεσο εκφυλισμό του (Χαΐνογλου, 2015: 219). Υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πολιτιστικό ζήτημα, που απασχολεί πολιτισμικούς φορείς, αρχαιολόγους, ιστορικούς και συντηρητές τέχνης, αλλά και ως ζήτημα διεθνούς ασφάλειας. Στην κατεχόμενη Κύπρο, πολύτιμα εκκλησιαστικά και αρχαιολογικά μνημεία και αντικείμενα, τα οποία ανήκουν στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, εξακολουθούν να κινδυνεύουν.

Η Πρόεδρος της Διάσκεψης των Προέδρων των Επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Cecilia Wikström, στην παρουσία της στην Έκθεση υπό τον τίτλο «Κύπρος: Ένας ευρωπαϊκός πολιτισμός σε κίνδυνο», που οργανώθηκε στις 7 Μαΐου 2018, τόνισε ότι «η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου δεν είναι ζήτημα που αφορά μόνο τους Κύπριους, αλλά επηρεάζει ολόκληρη την Ευρωπαϊκή κοινότητα» και κάλεσε «όλους να συμβάλουν στην ευαισθητοποίηση του κοινού για την καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ευρώπης στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου, που θα πρέπει να τερματιστεί».

Σύμφωνα με το Τμήμα Αρχαιοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου είναι συνολικά κηρυγμένα, με βάση τον Περί Αρχαιοτήτων Νόμο, 198 μνημεία. Εκατοντάδες άλλα μνημεία και αρχαιολογικοί χώροι που είχαν εντοπιστεί, δεν περιλαμβάνονται στον Νόμο, αφού η σχετική έρευνα δεν ολοκληρώθηκε εξαιτίας της τούρκικης εισβολής. Πολλά μνημεία, έχουν ήδη λεηλατηθεί, χαθεί και βεβηλωθεί. Σύμφωνα με στοιχεία του κυπριακού υπουργείου Εξωτερικών, πάνω από 500 εκκλησίες και μοναστήρια λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν: εκκλησίες μετατράπηκαν σε μουσουλμανικά τεμένη, μουσεία, χώρους διασκέδασης, ακόμα και σε ξενοδοχεία, όπως η Αγία Αναστασία της Λαπήθου, ενώ μοναστήρια (του Αγίου Χρυσοστόμου στον Πενταδάκτυλο, της Αχεροποιήτου στον Καραβά, του Αγίου Παντελεήμονα στη Μύρτου) μετατράπηκαν σε τουρκικά στρατόπεδα. Περισσότερες από 15.000 εικόνες αγίων, αμέτρητα ιερά τελετουργικά σκεύη και άλλα αντικείμενα μεγάλης αξίας έχουν εξαφανιστεί από τα κατεχόμενα εδάφη.

Περίφημες βυζαντινές τοιχογραφίες και ψηφιδωτά σπάνιας τέχνης και αξίας αποτοιχίστηκαν από Τούρκους αρχαιοκάπηλους και πωλήθηκαν παράνομα σε ιδιωτικές συλλογές. Παράλληλα, νεολιθικοί οικισμοί, όπως του Αποστόλου Ανδρέα – Κάστρος (6η χιλιετία π.Χ.) καταστρέφονται και ιστορικές πόλεις, όπως η Έγκωμη (περί τα 1400 π.Χ.) και οι αρχαίες πολιτείες της Σαλαμίνας και των Σόλων αφήνονται, από το κατοχικό καθεστώς, στη φθορά του χρόνου.

(Φωτογραφίες: Φωτογραφικό Αρχείο Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, Φωτογραφικό Αρχείο Αρχαιολογικού Μουσείου Κύπρου, πηγή: «Ένας Πολιτισμός Χάνεται: Καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στην κατεχόμενη Κύπρο», έκδοση του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών)

Τι μέλλει γενέσθαι; Το καλοκαίρι του 1974, 17 ξένες και πέντε κυπριακές αποστολές διεξήγαγαν στην Κύπρο αρχαιολογικές έρευνες. Έκτοτε, έχει ανασταλεί κάθε νόμιμη έρευνα στο κατεχόμενο τμήμα του νησιού και η Κυπριακή Πολιτεία -Κυβέρνηση, Εκκλησία και ιδιώτες- καταβάλλει συνεχείς προσπάθειες για τον επαναπατρισμό απολεσθέντων αντικειμένων της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ορισμένα από αυτά έχουν επαναπατρισθεί (πρόσφατα, τέσσερις αποτοιχισμένες τοιχογραφίες από κατεχόμενες εκκλησίες επαναπατρίσθηκαν από τη Χάγη και το ψηφιδωτό του Αποστόλου Μάρκου που κοσμούσε την αψίδα της κατεχόμενης εκκλησίας της Παναγίας Κανακαρίας στη Λυθράγκωμη επεστράφη από το Μονακό), χάρη σε δικαστικές διαμάχες, αλλά και ιδιωτικές πρωτοβουλίες.

Στις κατεχόμενες περιοχές, όμως, συνεχίζεται απροκάλυπτα η αρχαιοκαπηλία και οι παράνομες ανασκαφές. Παρά τις συμβατικές υποχρεώσεις της Τουρκίας, που πηγάζουν από τις Διεθνείς Συμβάσεις, στις οποίες είναι συμβαλλόμενο μέρος (π.χ. Σύσταση της Γενικής Συνδιάσκεψης της UNESCO του 1964 για τα μέτρα παρεμπόδισης της εξαγωγής, εισαγωγής και μεταβίβασης των παράνομα κτηθέντων πολιτιστικών αγαθών, Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1969 για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς), η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς στην κατεχόμενη Κύπρο συνεχίζεται…

Βιβλιογραφία:

Κύπρος: ακόμα υπό κατοχή, ακόμα πρόσφυγες, εγκλωβισμένοι & αγνοούμενοι

Ιούλιος 1974: Η Τουρκία εισβάλλει στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραβιάζοντας τις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου, καταπατώντας τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Με αρχή το ψήφισμα 353 της 20ής Ιουλίου 1974 του Συμβουλίου Ασφαλείας, ο ΟΗΕ κάνει εκκλήσεις για «άμεσο τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης στην Κυπριακή Δημοκρατία» και για «απομάκρυνση χωρίς καθυστέρηση του ξένου στρατιωτικού προσωπικού που η παρουσία του δεν προβλέπεται από διεθνείς συμφωνίες». Έκτοτε, το «Κυπριακό πρόβλημα» αποζητά ακόμα μια δίκαιη λύση.

Πλάνα από την τουρκική εισβολή του 1974 (πηγή: Sigmalive.com)

Φεβρουάριος 2019: 45 χρόνια Τουρκικής κατοχής και η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη. Το 36% των εδαφών του νησιού βρίσκονται υπό τον έλεγχο των κατοχικών δυνάμεων.

1619 αγνοούμενοι, μεταξύ των οποίων γυναίκες και μικρά παιδιά. Πρόκειται ένα από τα πιο τραγικά αφηγήματα του δράματος της Κύπρου, αφού οι οικογένειες των περισσοτέρων δεν γνωρίζουν ακόμη την τύχη των δικών τους ανθρώπων. Στρατιώτες και άμαχος πληθυσμός συνελήφθησαν κατά την εισβολή και μετά τη λήξη των εχθροπραξιών εξαφανίστηκαν. Υπάρχουν σημαντικές μαρτυρίες για αριθμό Ελληνοκύπριων αγνοουμένων, των οποίων τα ίχνη χάνονται στις φυλακές της Τουρκίας, όπου κρατήθηκαν ως αιχμάλωτοι πολέμου. Η Τουρκία κρατά τα αρχεία της ερμητικά κλειστά…

1619 ήταν οι Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι της τουρκικής εισβολής (πηγή: cyprustimes.com)

Τον Απρίλιο του 1981 συστήνεται τριμελής Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους (ΔΕΑ), αποτελούμενη από έναν αντιπρόσωπο της ελληνοκυπριακής κοινότητας, έναν της τουρκοκυπριακής και ένα τρίτο μέλος, που υποδεικνύεται από τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού και διορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ. Για δύο δεκαετίες γίνονται έρευνες, συλλέγονται δείγματα αίματος από τους συγγενείς για τις ταυτοποιήσεις και το 2006 αρχίζουν οι ανασκαφές και εκταφές και στις δύο πλευρές του νησιού. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της τελευταίας έκθεσης της ΔΕΑ (Ιούλιος 2018, Philenews), το 2006 ο συνολικός αριθμός των αγνοουμένων (Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων) ανερχόταν σε 2002 άτομα, μέχρι το 2018 είχαν εκταφεί 1211 σωροί και ταυτοποιήθηκαν 889 άτομα. Ανά κοινότητα έχουν ταυτοποιηθεί συνολικά 664 Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι και 225 Τουρκοκύπριοι ακόμη αγνοούνται.

Στοιχεία ταυτοποιήσεων από τη Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων (πηγή: Alpha Cyprus, 29/10/2018)

Η θέση της Κυπριακής Κυβέρνησης παραμένει σταθερή ότι οι συγγενείς των αγνοουμένων έχουν κάθε δικαίωμα να γνωρίζουν την αλήθεια αναφορικά με την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων. Μπορεί ένας κύκλος να ολοκληρώνεται με την ταυτοποίηση και την επιστροφή των λειψάνων τους στις οικογένειές τους, όμως, τα ερωτήματα για την τραγική τους κατάληξη παραμένουν αναπάντητα…

Ανοιχτή πληγή για την Κύπρο αποτελούν και περισσότεροι από 400 Ελληνοκύπριοι και Μαρωνίτες, από τις 20.000 που αριθμούσαν στο τέλος Αυγούστου του 1974, οι οποίοι παραμένουν ακόμη εγκλωβισμένοι στα κατεχόμενα χωριά τους. Μετά από πιέσεις της Κυπριακής κυβέρνησης, που ήγειρε το θέμα στις διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ τον Αύγουστο του 1975 στη Βιέννη, και εκκλήσεις της διεθνούς κοινότητας, η τουρκοκυπριακή πλευρά συμφώνησε σε μέτρα για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των εγκλωβισμένων, ώστε να έχουν μια «φυσιολογική» ζωή. Αλλά η Τουρκία συνεχίζει τις τακτικές εκφοβισμού, στερήσεων και καταπίεσης (άρνηση πρόσβασης σε επαρκή ιατρική περίθαλψη, άρνηση σε κατάλληλες εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις, λογοκρισία των σχολικών βιβλίων κ.λπ. σύμφωνα με μαρτυρίες εγκλωβισμένων), με αποτέλεσμα σήμερα, μόλις 403 άτομα να παραμένουν στα κατεχόμενα σπίτια τους, πίσω από την «πράσινη γραμμή».

«Οι εγκλωβισμένοι μαθητές στο κατεχόμενο Ριζοκάρπασο συνεχίζουν να κάνουν όνειρα» (πηγή: Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, AMNAWebTV)

Η 20η Ιουνίου είναι η Διεθνής Ημέρα Προσφύγων. Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα «Global Trends» της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, μέχρι το τέλος του 2017 «68,5 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν συνολικά εκτοπιστεί βίαια από τα σπίτια τους σε ολόκληρο τον κόσμο, δηλαδή 44.500 άτομα εκτοπίζονται κάθε μέρα, ένας άνθρωπος εκτοπίζεται κάθε δύο δευτερόλεπτα». Η λέξη «πρόσφυγας» δεν είναι άγνωστη για την Κύπρο. 200.000 Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν το καλοκαίρι του 1974 από τα σπίτια τους στις κατεχόμενες περιοχές και είναι ακόμη και σήμερα πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΕΔΑΔ), εξετάζοντας το θέμα των προσφύγων, αποφάσισε στις 10 Μαΐου 2001 ότι η Τουρκία παραβίασε άρθρα της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στέρησε στους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες το δικαίωμα πρόσβασης και χρήσης των περιουσιών τους. Η Τουρκία, και σ’ αυτό το θέμα, εξακολουθεί να μην συμμορφώνεται. Η απόσταση του χρόνου, 45 χρόνια μετά, δεν έχει φέρει τη λήθη, αλλά οι συνθήκες της εποχής ίσως έχουν ξεθωριάσει τη μνήμη στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας.

Όταν γίνεται λόγος διεθνώς για πρόσφυγες, ποιοι και πόσοι άραγε θυμούνται τους πρόσφυγες της Κύπρου;

 



Βιβλιογραφία:

  • Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Κυπριακή Δημοκρατία, «Κύπρος: ακόμα υπό κατοχή, ακόμα διαιρεμένη, 1974-2018», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://flipbooks.pio.gov.cy/Leaflets/2018/Cyprus%201974-2018/EL/2/
  • Κυπριακός Ερυθρός Σταυρός, «Πρόσφυγες και Εγκλωβισμένοι», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://www.redcross.org.cy/el/what-we-do/refugees-and-enclaved-persons
  • Λάμπρου, Γ., 2008, «Ιστορία του κυπριακού : τα χρόνια μετά την ανεξαρτησία 1960-2008», Εκδόσεις Πάργα.
  • Παγκύπρια Οργάνωση Συγγενών Αδήλωτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων, «Το Ανθρωπιστικό Θέμα των Αγνοουμένων της Κύπρου», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://www.missing-cy.org.cy/el/history
  • Υπουργείο Εξωτερικών, Κυπριακή Δημοκρατία, «Το Κυπριακό Πρόβλημα», διαθέσιμο ηλεκτρονικά στο: http://www.mfa.gov.cy/mfa/mfa2016.nsf/mfa08_gr/mfa08_gr?OpenDocument

Το χρονικό των αγνοουμένων

Ο καθ’ ύλην αρμόδιος θεσμικός μηχανισμός, ο οποίος ασχολείται με το θέμα των αγνοουμένων της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η «Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους» (ΔΕΑ), η οποία ιδρύθηκε το 1981 και λειτουργεί υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Η ΔΕΑ ασχολείται με αναζητήσεις αγνοουμένων προσώπων, τόσο από την περίοδο των Δικοινοτικών Ταραχών του 1963-1964, όσο και από την περίοδο της τουρκικής Εισβολής και του πολέμου του 1974. Η Επιτροπή στελεχώνεται από τρία (3) μέλη:

  • Ένα μέλος της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας,
  • Ένα μέλος της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας και
  • Ένα μέλος το οποίο εκλέγεται από τον Ερυθρό Σταυρό και διορίζεται από το Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Από την έναρξη της λειτουργίας της το 1981 και έως το 2004, η Επιτροπή αδυνατούσε να παράγει πρακτικό έργο και να λειτουργήσει αποτελεσματικά διενεργώντας τις απαιτούμενες ανασκαφές, λόγω της παντελούς έλλειψης συνεργασίας μεταξύ των δύο Κοινοτήτων. Τα περισσότερα εμπόδια έφερνε η στάση της Τουρκίας, η οποία σε ένα κατ’ αρχήν επίπεδο απέφευγε συστηματικά να συζητήσει το θέμα. Επανειλημμένα αγνοούσε τα αιτήματα της Ελληνοκυπριακής πλευράς για συνεργασία και διερεύνηση της τύχης των αγνοουμένων, ενώ την ίδια στιγμή, συστηματικά, αγνοούσε τις Διακηρύξεις και τα Ψηφίσματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αυτή η στάση αδιαφορίας και άρνησης συνεργασίας της τουρκικής πλευράς, οδήγησε σε μία μακρά περίοδο πλήρους στασιμότητας στο θέμα των αγνοουμένων.

Τον Οκτώβριο του 1994, το Αμερικανικό Κογκρέσο ψηφίζει ένα ειδικό νόμο, ο οποίος όριζε τη διεξαγωγή έρευνας για την τύχη των αγνοουμένων στην Κύπρο, οι οποίοι είχαν Αμερικανική υπηκοότητα. Με αφορμή την εξέλιξη αυτή, υπήρξε κάποια αρχική κινητικότητα με σκοπό την ανεύρεση κάποιων συγκεκριμένων προσώπων, ωστόσο η προσπάθεια αυτή έπεσε για άλλη μία φορά στο κενό, όταν η Τουρκία αρνήθηκε να συνεργαστεί στις εκταφές οι οποίες είχαν οριστεί να γίνουν με βάση τις πρώτες πληροφορίες οι οποίες είχαν συγκεντρωθεί.

Αντιδρώντας η Κυπριακή Δημοκρατία, καταγγέλλει την Τουρκία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) για μια σειρά παραβιάσεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ). Η προσφυγή οδηγεί σε καταδίκη της Τουρκίας για παραβίαση του Άρθρου 2 της ΕΣΔΑ, χωρίς αυτό στην πραγματικότητα να σημάνει κάτι στην πράξη γιατί καμία ουσιαστική εξέλιξη δεν πυροδοτήθηκε στη συνέχεια εξαιτίας αυτής της καταδίκης.

Με την πάροδο του χρόνου, το θέμα φαίνεται να ατονεί και να χάνει το ενδιαφέρον του, τόσο στην εσωτερική, όσο και στη διεθνή δημόσια πολιτική ατζέντα. Η επόμενη σοβαρή εξέλιξη στο ζήτημα των αγνοουμένων, έρχεται ως παράπλευρο γεγονός της στρατηγικής απόφασης της Τουρκίας να ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004. Οι ενταξιακοί όροι και συνθήκες σύγκλισης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, οφείλουν να αποτελούν αντικείμενο πλήρους συμφωνίας και επικύρωσης από όλα τα ήδη κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης – συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της Κύπρου. Η Κύπρος εκμεταλλευόμενη το πλεονέκτημά της αυτό, το αξιοποιεί ασκώντας πίεση στην Τουρκία για το θέμα των αγνοουμένων. Η πίεση αυτή αποφέρει αποτέλεσμα με τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Τουρκίας στο Συμβούλιο της Ευρώπης, να δηλώνει πως η Τουρκική πλευρά είναι έτοιμη να συμμετάσχει στις έρευνες της ΔΕΑ – η οποία από εκείνη τη στιγμή και μετά αρχίζει πρακτικά να λειτουργεί.

Με βάση τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα της Επιτροπής, φαίνεται ότι το έργο της είναι περιορισμένο και μονοσήμαντο, αφορώντας αποκλειστικά τον εντοπισμό χώρων ταφής και την εκταφή των λειψάνων. Από εκεί και πέρα δεν υπάρχει καμία παράλληλη ερευνητική διαδικασία, η οποία να αφορά στην έρευνα αρχείων και ντοκουμέντων που πιθανόν να μπορούν να φωτίσουν τα πραγματικά γεγονότα και τις τύχες των αγνοουμένων προσώπων, μιας και το σχετικό υλικό καλύπτεται από υψηλό βαθμό μυστικότητας. Αν λάβει κανείς υπόψη, βάσιμες μαρτυρίες ότι ο επίσημος Τουρκικός στρατός κατέχει πλήρεις εκθέσεις για τα συμβάντα στην Κύπρο το 1974, καθώς και σειρά άλλων κρίσιμων εγγράφων και αρχείων, τότε η σημασία της έλλειψη μιας παρόμοιας παράλληλης έρευνας, γίνεται προφανής. Είναι επίσης εύκολα κατανοητό, ότι αν όντως υπάρχει τέτοιου είδους υλικό το οποίο να μπορεί να αξιοποιηθεί ερευνητικά, πιθανόν να έλυνε συνολικά το πρόβλημα των αγνοουμένων τόσο από την Τουρκοκυπριακή, όσο και από την Ελληνοκυπριακή πλευρά. 

Δύο κοινότητες δύο ερμηνείες

Αναμφίβολα, τα ιστορικά γεγονότα αλλά και οι συγκυρίες του παρελθόντος οι οποίες τα δημιούργησαν, έχουν αντίκτυπο στο παρόν. Οι αντιλήψεις για το τι αποτελεί ιστορική μνήμη, ποια είναι τα στοιχεία που τη συνθέτουν και πως αυτή ερμηνεύεται στο παρόν, σχετίζονται άμεσα με κρίσιμες διαδικασίες όπως αυτή της συγκρότησης εθνικής ταυτότητας, της μορφής που έχουν οι θεσμικές, ιδεολογικές και πολιτικές δομές του παρόντος αλλά και των κρίσιμων στρατηγικών αποφάσεων του μέλλοντος.

Το γεγονός

alphanews.live

Η Τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, αποτελεί ένα παρόμοιο ιστορικό γεγονός, το οποίο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, δεδομένου ότι δεν υπάρχει μόνο ως «ιστορική καταγραφή» αλλά και ως βιωματική εμπειρία καταγεγραμμένη στις μνήμες όσων έζησαν από κοντά τα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Πέρα όμως από το γεγονός αυτό, είναι σαφές ότι οι δύο Κοινότητες δεν ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εισβολής του 1974, ούτε ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο τα αίτια της επέμβασης του Τουρκικού στρατού στην Κύπρο.

Στην συλλογική μνήμη των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, τόσο η αφετηρία όσο και η ερμηνεία της σύγκρουσης διαφέρουν ριζικά. Για την Ελληνοκυπριακή κοινότητα αποτελεί ένα ισχυρά τραυματικό γεγονός, καταγεγραμμένο με ανεξίτηλο τρόπο στη συνολική αντίληψη περί εθνικής ταυτότητας. Για την Τουρκοκυπριακή κοινότητα, αποτελεί ένα λυτρωτικό γεγονός το οποίο τερμάτισε μια οδυνηρή περίοδο, η οποία είχε εκκινήσει από τις Δικοινοτικές Ταραχές του ’63-’64. 

Αυτή η διαφορετική αποτίμηση αλλά και ερμηνεία των γεγονότων του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος, εν πολλοίς αντανακλάται και στη διαφορετική στάση των δυο πλευρών στο θέμα των αγνοουμένων. Η Ελληνοκυπριακή πλευρά, καταγγέλλει με ξεκάθαρο τρόπο τον Τουρκικό στρατό για την εξαφάνιση ενός μεγάλου αριθμού Ελληνοκυπρίων κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους – ενώ ταυτόχρονα αδυνατεί να κηρύξει τα πρόσωπα αυτά ως νεκρά, με βάση το σκεπτικό ότι αγνοείται μεν η τύχη τους αλλά «ίσως να ζουν χωρίς να γνωρίζουν». Από το άλλο μέρος, η Τουρκοκυπριακή πλευρά ορίζει τους δικούς της αγνοουμένους ως νεκρούς, με υπαιτιότητα της Ελληνοκυπριακής πλευράς. 

Όσο όμως και αν το θέμα των αγνοουμένων, πυροδοτεί διαφορετικές αφηγήσεις και ερμηνείες από τις δύο Κοινότητες, υπάρχει ένα κοινό, κεντρικό σημείο που συνδέει αυτές τις διαφορετικές προσεγγίσεις: η άγνοια για την τύχη των δικών τους προσώπων. 

Η όλη κατάσταση πυροδοτεί μια σειρά ερωτημάτων, για τα οποία οι συγγενείς και οι οικογένειες των αγνοουμένων αναζητούν απαντήσεις:

  • «Τα αγνοούμενα πρόσωπα από Ελληνοκυπριακής πλευράς, είναι όντως νεκρά και αν ναι, που βρίσκονται θαμμένα;».
  • «Σε ποιο βαθμό ευθύνεται η Ελληνοκυπριακή πλευρά για τους Τουρκοκύπριους αγνοουμένους, οι οποίοι ήδη λογίζονται ως νεκροί από τους Τουρκοκυπρίους;»
  • «Οι Δικοινοτικές Ταραχές του ’63-’64, είναι επαρκές αίτιο, για να δικαιολογήσει την εισβολή του Τουρκικού στρατού  το 1974;»

Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητο να διατηρηθεί ψηλά το ενδιαφέρον και το ζήτημα των αγνοουμένων να αποτελέσει και πάλι θέμα προτεραιότητας για τη δημόσια πολιτική ατζέντα και των δύο Κοινοτήτων.

Ίσως με τον τρόπο αυτό ασκηθεί η ανάλογη πίεση, για να δοθούν στη δημοσιότητα υψηλά διαβαθμισμένα αρχεία και έγγραφα, τα οποία πιθανώς να είναι ικανά να δώσουν ολοκληρωμένες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα. Το ζήτημα των αγνοουμένων οφείλει να υπερβεί τα στενά, κοινοτικά όρια και να αντιμετωπισθεί με την (περισσότερο και από εθνική) πολιτισμική του διάσταση, δεδομένου ότι μιλάμε περίπου για μια γενιά ανθρώπων, η τύχη της οποίας αγνοείται – και μαζί και τα πρόσωπα που την αποτελούσαν. Μόνο με μια ειλικρινή διάθεση συνεργασίας και δημοσιοποίησης όλου του εμπιστευτικού υλικού, σε συνδυασμό με την αυθεντική βούληση των δύο πλευρών για έντιμο και αντικειμενικό διάλογο, μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος της μελλοντικής ειρηνικής συμβίωσης των δύο Κοινοτήτων στην Κύπρο.

Ένα κράτος δύο κοινότητες

«Τα κράτη δημιουργούνται μέσα από τον πόλεμο» (Tilly, 1992)

Κατά τα πρώτα στάδια της δημιουργίας ενός κράτους, διανύεται μία περίοδος η οποία ονομάζεται περίοδος «διαρθρωτικής ρευστότητας». Το χαρακτηριστικό αυτό της ρευστότητας, επηρεάζει όλες τις δομές του υπό-δημιουργία κράτους έως ότου εδραιωθεί η κοινωνική ειρήνη.

Στην έκδοση του Υπουργείου Αμύνης «Εθνική Φρουρά και Ιστορία» (τευχ. 35, Ιαν.-Ιουν.2015), αναφέρεται ότι η διαρθρωτική ρευστότητα «αποτελεί την αδυναμία άσκησης εξουσίας από την κεντρική διοίκηση, ακανόνιστη ιεραρχία, εκτεταμένη διαφθορά, αναποτελεσματικό ή ανεπαρκή πολιτικό έλεγχο στοιχείων εντός των δυνάμεων ασφάλειας και άμυνας, εμφιλοχώρηση πολιτικών σκοπιμοτήτων σε κρατικές και κυβερνητικές αποφάσεις, ανταγωνισμοί μεταξύ ηγετικών πολιτικών προσωπικοτήτων, εκτεταμένη κοινωνική δυσαρέσκεια και ανησυχία, πολλές φορές στα πρόθυρα αναταραχής, ανεξέλεγκτα φαινόμενα αυτοδικίας, και τέλος ύπαρξη «ελλείμματος ασφάλειας».

Η Κύπρος στην περίοδο της «διαρθρωτικής ρευστότητας»

Εάν θέλει κανείς να κατανοήσει καλύτερα την έννοια της «διαρθρωτικής ρευστότητας» συγκρίνοντας με ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα, το Ιράκ φαίνεται να αποτελεί την πιο καλή εκδοχή. Οι διαρκείς αναταραχές, οι ένοπλες συγκρούσεις των κοινοτήτων και η γενικότερη αστάθεια του γεωστρατηγικού τοπίου της περιοχής, δημιουργούν την εικόνα ενός κράτους εντός του οποίου δεν έχει εμπεδωθεί ένα απαιτούμενο ποσοστό απαραίτητης κοινωνικής ειρήνης εντός του.

Επιστρέφοντας στο παρελθόν, η Κυπριακή Δημοκρατία του 1960 αποτελεί ένα νεοσύστατο κράτος, το οποίο επίσης παρουσιάζει έντονα χαρακτηριστικά διαρθρωτικής ρευστότητας. Μετά τις συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου, αλλεπάλληλες πολιτικές κρίσεις πλήττουν τη χώρα. Στην περίοδο αυτή, κρίσιμος ήταν ο ρόλος των προσώπων και κυρίως, των προσωπικών στρατηγικών, οι οποίες δεν επέτρεψαν τη δημιουργία μιας κοινής συνείδησης ως προς την προάσπιση ενός, επίσης κοινού, ονόματος. Η συνεχιζόμενη κρίση των θεσμών, επέτρεψε τις στρατηγικές πολιτικού προσηλυτισμού και από τις δύο πλευρές, οδηγώντας γρήγορα σε μία κατάσταση κατά την οποία τόσο οι Ελληνοκύπριοι, όσο και οι Τουρκοκύπριοι, ενώ θεωρητικά και τυπικά υπηρετούσαν υπό την ίδια Αρχή, παράλληλα ανήκαν και σε εκατέρωθεν μυστικές (παραστρατιωτικές συνήθως) οργανώσεις. Σε όλο αυτό το εκρηκτικό κλίμα, θα πρέπει να προστεθεί και η γενικότερη επικράτηση πλήρους αναξιοκρατίας στο δημόσιο τομέα. Μερικά από τα κριτήρια πρόσληψης, από την πλευρά των Ελληνοκυπρίων εμφανίζονταν να είναι η συμμετοχή στον αγώνα της ΕΟΚΑ και η υποστήριξη της Κυβέρνησης του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου (Παναγή, 2017: 41). Λογικό επακόλουθο όλων αυτών, ήταν η δημιουργία ενός έντονου αισθήματος ανασφάλειας αλλά και αμφισβήτησης των δημοκρατικών θεσμών και της νομιμότητας του ιδίου του κράτους.

Η νεοσύστατη κυπριακή δημοκρατία λοιπόν, χαρακτηρίζεται από ένα υπαρκτό «έλλειμμα ασφάλειας».


Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου

«Έλλειμμα ασφάλειας»: αποτελεί μια πολιτική και κοινωνική κατάσταση κρίσης. Ταυτόχρονα, ελλοχεύει κίνδυνος για πλήρη διατάραξη του κοινωνικού ιστού από ταραχές, εξεγέρσεις και πάσης φύσεως συγκρούσεις, ενώ οι θεσμοί Ασφάλειας και Άμυνας του Κράτους δεν μπορούν να εγγυηθούν για την αποτροπή των γεγονότων αυτών (Καούλλα, 2015: 36)

Χαρακτηριστικά του «ελλείμματος ασφαλείας»:

  • Υποαστυνόμευση ή υπεραστυνόμευση ή και τα δύο μαζί σε συγκεκριμένα πληθυσμιακά σύνολα. Μπορεί να εντοπίσει κανείς το χαρακτηριστικό αυτό, αν αναλογιστεί τη συμπεριφορά προς τους Τουρκοκυπριακούς θύλακες αλλά και την απομάκρυνση των Τουρκοκυπρίων από τις θέσεις τους στον κυβερνητικό μηχανισμό και στα σώματα ασφαλείας.
  • Η αξία της ανθρώπινης ζωής δεν τυγχάνει σεβασμού λόγω τακτικής χρήσης βίας. Οι συγκρούσεις ήταν συνεχείς, με αποτέλεσμα να διαπράττονται αποτρόπαια εγκλήματα και από τις δύο πλευρές (περισσότερες λεπτομέρειες στο: «Η Κύπρος της περιόδου 1963-1964 και πικρές αλήθειες»).
  • Σύσταση παραστρατιωτικών ομάδων που υποστηρίζουν ή αντιστρατεύονται την κυβέρνηση, φαινόμενα αυτοδικίας, κατάρρευση του δικαστικού συστήματος και αυθαίρετη απονομή δικαιοσύνης. Σαφής ύπαρξη διχοτομικών σχεδίων, έλεγχος και εξοπλισμός της ΤΜΤ.

Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά αλλά και οι ατέρμονες ενδο-κυπριακές συνομιλίες από το 1968 έως το 1974, όχι μόνο δεν επέτρεψαν την εμπέδωση ενός καθεστώτος κοινωνικής ειρήνης στο νησί αλλά αντιθέτως αποτέλεσαν αφορμή στην παρέμβαση του Τουρκικού στρατού και στη μακρά περίοδο κατοχής. Σε κάθε περίπτωση επίσης, θα πρέπει να μνημονευθεί και ο εξ’ αρχής ρόλος του καθεστώτος των δεσμευτικών εγγυήσεων άλλων χωρών, ο οποίος κατά τα φαινόμενα ήταν καθοριστικός (και μάλλον καταδικαστικός) για τη μελλοντική πορεία των πραγμάτων στην Κύπρο.